μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη
αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.
αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.
ομίχλη
σύννεφο χάδι ερωτικό
στην παραλία ως το λιμάνι
από τη γη ως τον ουρανό
ομίχλη
από κρυστάλλινες στιγμές
της μνήμης ή της προσμονής
ομίχλη από νότες μυστικές
σκόρπιες κραυγές των γλάρων
ομίχλη
της δύσης ή της χαραυγής
αιώνια ομίχλη μαγική
αίνιγμα στο εξώφυλλο
στο πάντα αδιάβαστο βιβλίο του κόσμου
ομίχλη
που συνθέτεις τ’ όνειρο
που πέφτεις και πυκνώνεις
και χορεύεις στο νερό
σαν παραμύθι παιδικό
σαν θαύμα
πέρα απ' τις λέξεις
το έρημο νησί τον άδειο ορίζοντα
η νύχτα τη στιγμή που ξημερώνει;
ποια λέξη υπάρχει
για το σούρουπο στα μάτια σου
το μουσικό βελούδο στην αφή σου;
πώς λέγεται
το μονοπάτι στην παλάμη σου
το ουράνιο τόξο
στο χρώμα της φωνής σου
και το καμίνι στην ανάσα σου
μ’ όλα τ’ αρώματα το άγριο μέλι
που αναβλύζει στην επιδερμίδα σου;
πώς είναι ο ήχος
για τη λάμψη εκείνη
πώς τα φωνήεντα
που εκφράζουν το φτερούγισμα
τη μυστική πηγή που κάποτε μας γέννησε
και την ψυχή που έγινε θάλασσα
και μας ενώνει;
ποια είναι η γλώσσα
που μιλάει το φως;
αχνίζει λουλουδιάζει όπως το κύμα
χορταριασμένες πέτρες στο λιμάνι ο χρόνος
κόκκινες στέγες που θυμίζουν φως
στο βάθος η μεγάλη πόλη
στο βάθος όνειρο θαμπό η παραλία
μοναχικό ένα χελιδόνι
μέσα στα ξέφτια που σκορπίζει
καθώς ομίχλη ο ουρανός
κι όμως σε βλέπω ξαφνικά
να πλησιάζεις με το ανάλαφρό σου βήμα
να πλησιάζεις με τ’ ανήσυχα σου χέρια
να πλησιάζεις με τα εκστατικά σου μάτια
σε βλέπω
σε γνωρίζω αγάπη
γνωρίζω την κομμένη ανάσα σου
που υψώνεται δειλά στο στήθος
και ψιθυρίζει όπως το κύμα
αχνίζει λουλουδιάζει όπως το κύμα
έως ότου σβήσει ο άνεμός της
έως ότου
προφέρει λέξεις μυστικές
εκείνο το χλωμό το μελαγχολικό
στα χείλη και το πρόσωπό σου
σε βλέπω
σε γνωρίζω αγάπη
ικέτης στο δικό σου φως
παλιές γραφές και θαύματα
πειρατικό καράβι στ’ ανοιχτά
μες στην ομίχλη με σημαία τ’ όνειρο
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα χρώμα μονοσύλλαβο
όπως το δάκρυ τ’ ουρανού
ή το φως
αυτό είσαι
κι εγώ
ρίγος αιχμάλωτο
στον ήχο της φωνής σου
βαθειά στα μάτια σου
κρυμμένη λάμψη
καυτή ανάσα
που ανεμίζει τα μαλλιά σου
έκθαμβος μελετώ
παλιές γραφές και θαύματα
αναζητώ τον μυστικό ορίζοντα
όπου ελλοχεύει η μοίρα
δυο λέξεις έξι γράμματα

το όνειρο είναι όνειρο
αυτό είναι σ’ αγαπώ
από το άλφα ως το ωμέγα του
αυτό είναι σ’ αγαπώ
δυο λέξεις που κανείς
δεν πρόφερε ως τώρα
και μόλις ανακάλυψα εγώ
με την ομίχλη
με το άρωμα του ονείρου
όμως απτές, πραγματικές
όπως η γη
όπως η ανάσα σου
εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω
μα σ’ αγαπώ
μ’ όλα τα γράμματα
μ’ όλα τα ρήματα
τα επιφωνήματα
με τη σιωπή μου
σ’ αγαπώ
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές
να μου διαβάζεις ποιήματα
στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια
στα χείλη σου να ανθίζει
ένα χαμόγελο κρυφό
όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
σε ερειπωμένο σπίτι
ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
στη μία και μοναδική πατρίδα του
να μου διαβάζεις ποιήματα
και να μ’ αγγίζεις με το φως
με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο
στη διάλεκτο της μοναξιάς
στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
ένα γαλάζιο αστραφτερό κι απρόσιτο
μια δίψα
ψηλά στο μυστικό κελάρι τ’ ουρανού
μπρούσκο εκλεκτό της μνήμης
στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
όπως γυναίκα σε φανταστική οθόνη
που ως αργά τη νύχτα μεταφράζει όνειρα
στη διάλεκτο της μοναξιάς
όσοι εδώ μέσα μπήκαν έφυγαν
άφησαν πίσω τα βιβλία τους, τις μουσικές
κάτι απ’ το χνώτο τους
ένα αποτσίγαρο μες στον πηχτό ντελβέ
άφησαν πίσω τους κενό και αινίγματα
κάδρα που όρθια γέρνουν
χρώματα που θαμπώνουν μες στο φως
διπλό κρεβάτι για το αχ χωρίς το άγγιγμα
τον κούφιο ήχο του νερού στο μπάνιο
ένα λυγμό που δεν διαλύει
την πέτρα μέσα της
στο βάθος ξεχωρίζει η θάλασσα
σαν ποίημα που υπόσχεται το μακρινό ταξίδι
ή σαν ψυχή που πρόδωσε
αυτό το κάτι στη φωνή της
και τώρα πνίγεται μέσα στο καθημερινό της τίποτα
μέσα στην έπαρση και τη λαχτάρα της
εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ' ουρανού
βουβαίνονται στην παραλία οι φανοστάτες
που άλλοτε ψιθύριζαν εκστατικά το όνομά της
μια βάρκα μόνη αργά λικνίζεται
σε σκοτεινά νερά
εκείνο το ατίθασο κόκκινο τ’ ουρανού
τώρα δειλά αποσύρεται στο βάθος
το πρόσωπο της πολιτείας χλομιάζει
γέρνουν τα φύλλα
τα χρώματα διαλύονται που θάμπωναν τα μάτια
μάτια που τώρα βλέπουν καθαρά
κάθε επιφάνεια και κάθε σχήμα
το αύριο ή το τίποτα
άτυχη αγάπη
που κάποια μέρα χάνεται
όπως ο δρόμος, η πλατεία, οι μουσικές
όπως το άγγιγμα ή το φως
και πια απομένει μια λάμψη αχνή
ή κάτι από ψυχή
πάνω στα κάστρα
μια λάμψη αχνή
μια θύμηση
μια γεύση από χαρτί και δάκρυ
μέσα στο αχ και μέσα στ' όνειρο
λευκές καμπύλες απαλές πάνω στο σκούρο
μια χώρα μαγική, ουτοπική
που εκτείνεται σε θαμπωμένα μάτια
άγνωστη σε κάθε λόχμη και κρυψώνα της
με το γυμνό και το βελούδινο
ακόμη ανεξερεύνητο
ψηλά μια τούφα καστανά μαλλιά
στα μαξιλάρια βυθισμένα
κι ως κάτω ανεπαίσθητο
ένα σκίρτημα
μια λάμψη υγρή μελωδική
που στην επιδερμίδα αχνά λικνίζεται
όλα είναι απλά και ηδονικά
όλα είναι δέος
από τα γόνατα ως τους ώμους
κι ως το εξαίσιο τόξο του λαιμού
ως το πυκνό σκοτάδι στην ανάσα της
που ψιθυρίζει λέξεις μυστικές
βαθύσκιο πρόσωπο εκστατικό
μέσα στο αχ και μέσα στ’ όνειρο
σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης
όπως το σούρουπο ανθίζει η θάλασσα με σκόρπιες λάμψεις
και μυστικές φωνές μέσα στα χόρτα τρεμοφέγγουν
έτσι αναδύομαι κι εγώ απ’ το σώμα μου στο άγγιγμά σου
μας περιμένει μια παραλία ερημική μες στο σκοτάδι
με κόκκινα πανιά ένα πλοίο που όλο τον χρόνο ταξιδεύει
η ανάσα σου ένας ψίθυρος μες στο δικό μου χνώτο
αγάπησέ με
σαν όνειρο στα μάτια ενός παιδιού
σαν ποίημα μιας εποχής για πάντα ξεχασμένης
και σαν το κάτι εκείνο που δεν δόθηκε ποτέ και σε κανένα
φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει
μ’ αρέσει αυτό το κάτι στη φωνή σου
ήχος αχνός κι εκστατικός
ένα φτερούγισμα που απλώνεται τριγύρω
όπως όταν στο βάθος τ’ ουρανού χαράζει
κι όλα τα άλλα φώτα χαμηλώνουν
μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου
θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει
και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της
δρόμος μακρύς κάτω απ’ τα κάστρα
κι είσαι η πλατεία με τις μουσικές στο τέρμα του
τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα
ξέφυγε ανεπαίσθητα και πέφτει
διάφανη και λαμπερή σταγόνα
γράμμα αναλφάβητο
τους στίχους ένα- ένα που νοτίζει
μέχρι το σκοτεινό υπόγειο της γραφής
ψηλά τα μάτια σου εκστατικά
τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα
έρωτας, 2
χάθηκε η πόλη μες στα φώτα της
κι έπλεε μόνη η βάρκα στ' ανοιχτά.
χαμογελούσε εκείνη
με το πιο βαθύ της θάλασσας.
άρχισε τότε η νύχτα να προφέρει
λέξεις μυστικές, ηδονικές
άρχισε να χιονίζει ο ουρανός
κόκκινα και γαλάζια ξέφτια στα μαλλιά της.
έμεινε εκείνος θαμπωμένος
και η στιγμή ανάμεσά τους κάπου
εκστατική για πάντα
όνειρο
να περπατάς ανάλαφρα
σαν μακρινό τραγούδι
κι όλα ν' ανθίζουν γύρω σου
μες στον μπαχτσέ το σούρουπο
ένας γαλάζιος άνεμος
ν' ανάβει ξαφνικά τα φώτα τ' ουρανού
λόγια δειλά στα φύλλα να σου ψιθυρίζει
τα χρώματα που χάθηκαν
στα μάτια σου εξαίσια ν' αστράφτουν πάλι
σαν άρωμα να σε τυλίγουν μυστικά
να είσαι εκεί όπως παλιά
κι όπως παλιά να μ' αγαπάς
δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί
εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου
εκεί ξεψύχισε ο παππούς μου
όμως εγώ
δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί
τα τρένα όταν σφυρίζουν στον σταθμό
φωνές και γλώσσες μυστικές
δεν άκουσα
το αιωνόβιο επιφώνημα των δέντρων
από τις χαραμάδες της αυγής
τα χόρτα όταν νοτίζουν τα αρχαίο λιθόστρωτο
κορίτσια με πολύχρωμα φορέματα
δεν είδα
δεν αγάπησα
τη γειτονιά ν΄αχνίζει μες στο σύθαμπο
ένα λευκό κοπάδι τ' ουρανού
το απέραντο γαλάζιο να ξεφτίζει
δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί
δεν πήγα και δεν έφυγα
ποτέ μου δεν ανάσανα το χνώτο του
γιορτάζουν όμως μέσα μου μεθυστικά οι ψυχές
όλες οι μακρινές του μουσικές
τα φώτα
πυκνό βελούδινο σκοτάδι
στην έρημη πλατεία από νωρίς
λυσσομανάει ένας βαρδάρης απροσκύνητος
πυκνό βελούδινο σκοτάδι
σκοτάδι θηλυκό ανεξερεύνητο
στα τζάμια πέφτει τούφες-τούφες
η γειτονιά υποδέχεται βουβή
την άλλη όψη τ΄ουρανού
την ώρα εκείνη που όλα ξεθωριάζουν
από τις χαραμάδες εισχωρούν
και διαγράφονται ολοκάθαρα οι σκιές
προφέρουν ήχους μυστικούς, εκστατικούς
λόγια ανεπαίσθητα
στα έπιπλα τριγύρω απλώνουν
ένα άρωμα
ένα παλιό λησμονημένο χάδι
παράξενα που σβήνει τότε ο πόνος
παράξενα που λάμπει η μνήμη
παράξενα που η νύχτα αστράφτει
μες στο δικό της φως
μοναχικό παιδί κάτω απ' το δέντρο
ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου
αυτό είναι η μνήμη
ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει
Ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζει 10 ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη
Ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζει δέκα ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη και τα αφιερώνει στους φίλους του με τις πιο θερμές ευχές για το 2011
τα χρώματα είναι φως
από τις μυστικές πηγές της μνήμης
τα χρώματα εκστατικά στα μάτια σου ανατέλλουν
λάμψεις, ήχοι βελούδινοι
φωνήεντα ενός άλλου κόσμου
εξαίσιο άρωμα
εξαίσιες λέξεις μουσικές
τα χρώματα είναι φως
τα μάτια σου είναι φως
πλάσματα του βυθού
εξόριστη ομορφιά
μέσα απ’ τα δάκρυα που αναζητά τον ουρανό
ερήμωσε απόψε η παραλία
ερήμωσε απόψε η παραλία
χωρίς ν’ ανθίζει ούτε ένα φως
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού.
κι έμειναν μόνα τους τα εφηβικά μας χρόνια
να περιμένουν το πλοίο για την απέναντι ακτή.
Λευκή το λένε πάντα ή Ευδοκία
αστράφτει τώρα μέσα στην ομίχλη
λες κι είναι χάραμα
λες κι είναι εξαίσιος ήχος μυστικός.
και να που ακούγονται φωνές
τραγούδια στο κατάστρωμά του
και να που κόκκινα φορέματα ανεμίζουν
για μια στιγμή η νύχτα πλημμυρίζει φως.
ερήμωσε απόψε η παραλία
και μέσα στο ψιλόβροχο
έμεινε μόνη της η επίκληση στους φανοστάτες
στα ξεχασμένα πρόσωπα
η μάταιη, η αιώνια προσδοκία
θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
θα σκοτεινιάσει ο ουρανός στην παραλία
και θα απομείνουν τα σκόρπια φώτα
και η υγρή τους λάμψη στα πλακάκια
η θάλασσα θα ψιθυρίζει ένα παλιό σκοπό
καθώς στο βάθος θα ανατείλει το περπάτημά σου
ένα χαμόγελο ύστερα
το ανεπαίσθητο άρωμα της προσμονής
μια λέξη πριν το άγγιγμά σου
θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
εκείνο το θλιμμένο δειλινό ως το χάραμα
σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό
φθινόπωρο
με χρώματα βαθιά, ηδονικά, ανερμήνευτα.
ακούς πως φτερουγίζει ο άνεμος στα κεραμίδια;
γλιστράει από τις χαραμάδες
σφυρίζει ένα νυχτερινό τραγούδι
σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό.
φθινόπωρο
το φως γίνεται σύννεφο
και στα μαλλιά σου χαμηλώνει μυστικά
ένας θλιμμένος άγγελος
κάθισε δίπλα σου δειλά
και σου κρατάει το χέρι
κόσμος παράξενος
και μαγικός, ανεξιχνίαστος
μέσα στο πράσινο και το βαθύ γαλάζιο του
μέσα στο κόκκινο
που κάποτε τον γέννησε και τον φωτίζει.
να το που ξεπροβάλλει
ντυμένο την ομίχλη τ’ όνειρο
να τη που αναδύεται
μοσχοβολώντας φρέσκο χώμα η απουσία
κι ο άνεμος με μυστικές φωνές και ξεχασμένες.
κόσμος παράξενος και μαγικός
ανεξιχνίαστος στο φως και το σκοτάδι του
κόσμος εκστατικός
στο ελάχιστό του απέραντος
αφιέρωση
στο μυστικό αλφάβητο
που γράφει με ανοιχτά φτερά
ένα θαλασσοπούλι στο γαλάζιο
στο αλμυρό νερό
στις μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα από την ομίχλη στο λιμάνι
στους γερανούς
που υψώνουν τα σπασμένα χέρια τους
μάταιη επίκληση στον ουρανό
στην πολιτεία
που αποπλέει για τ’ όνειρο
με κόκκινα πανιά το ηλιοβασίλεμα
σε όσους κάθονται απέναντι βουβοί
μες στο σκοτάδι και καπνίζουν
και ταξιδεύουν με τα παιδικά τους χρόνια στ’ άστρα
και στη στιγμή που χάνεται
που κρύβεται στα μάτια σου
και λάμπει για να μην δακρύσει
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)










