χειμώνας τ' αστέρια ανελέητα μακρινά οι κορυφές των πεύκων σκορπίζουν ένα γκρίζο τίποτα στο χώμα κι είναι η ψυχή μας σπουργίτι που ραμφίζει μάταια την παγωνιά
στην καφετέρια θαμπώνει ο κόσμος θαμπώνουν οι φωνές η άδεια καρέκλα στο τραπέζι κι εμείς τριγύρω θαμπώνει τ' όνομά σου κάτω η πόλη όλα όσα ζήσαμε μαζί
παράξενα η μνήμη θαμπώνει με το χνώτο της τα μάτια μιαν άδεια Κυριακή
υπάρχουν, είπε, μυριάδες ενοχές η αθωότητα όμως είναι μία μία και μόνη στη δική της χώρα και ούτε καν γνωρίζει τ' όνομά της έκθαμβη μέσα στα θηρία περιφέρεται όλα τα βλέπει όλα τα ανέχεται σ' όλα σκορπίζει το δικό της φως φως ολοφάνερο και μυστικό που σβήνει και δεν χάνεται με χίλια χρώματα λευκό απορημένο φως
μικρό μου χειμωνιάτικο πουλί ανυπεράσπιστο τραγούδι τ' ουρανού
Το ποίημα "αμετανόητες λέξεις" από τη συλλογή "το διπλό άλφα της αγάπης" (1994) μπαίνει εδώ ένθετο, ως ένα μικρό δώρο γενεθλίων στον Τόλη, μιας και είναι το αγαπημένο του ποιητή...
Τόλη σ΄ευχαριστούμε για τις αμετανόητες λέξεις σου που μας τις προσφέρεις απλόχερα... για την αγάπη, για το φως, για τα θαύματα...
τόσες φορές που σε ξεφύλλισα μες στις παλάμες μου ντύθηκες πια τη δική μου επιδερμίδα τόσες φορές που σε χαϊδέψανε τα μάτια μου έχεις πια πάρει κάτι από το μπλε. φτάσαμε εδώ που φτάσαμε μαζί ουλές και τραύματα εσύ χαρτί από ξύλο ουλές και τραύματα εγώ μολύβι από ψυχή λέξεις από μελάνι εσύ εγώ από δίψα. κι έτσι όπως γέρνεις δίπλα μου βουβό και περιμένεις στωικά τη σκέψη μου αρχίζω πάλι να ρωτάω για την παλιά μας λάμψη αρχίζω πάλι μέσα σου ν' αναζητώ το φως
αφιερώνεται στη Τζούλια Φορτούνη, την αγαπημένη μας Μωβ του διαδικτύου, για την ανεκτίμητη βοήθειά της και για τα σημερινά της γενέθλια, με ιδιαίτερη φιλία και εκτίμηση. χρόνια πολλά, Τζούλια.
ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι αργά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή
το χώμα να μυρίζει γειτονιά και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα
νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς αργά, πολύ αργά τον τούρκικο και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα
ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως να ονειρεύεσαι ταξίδια
στα κρεμασμένα ρούχα ξεστρατίζουν αχτίδες του ήλιου και η δροσιά των δέντρων που δειλά αναθρώσκει στο φως μικρές αυλές απλώνουν χρώματα κι ευωδιές, παιχνίδια χορταριασμένη απλώνουν τη γαλήνη τους κάτω απ' το πίσω μου μπαλκόνι
είναι μια μέρα καθημερινή και είναι σαν να λείπουν όλοι και όμως σαν να είναι όλοι εκεί
άδειασε η μέρα έσβησε η πίκρα της ζωής. κοιμούνται τώρα εκείνοι κι ονειρεύονται σε μυστικά λιβάδια τ’ ουρανού. εκείνοι τώρα ταξιδεύουν σε σήραγγες ανεξερεύνητες της απουσίας. παιδιά που ξαναγύρισαν σε χώρα μαγική μάτια που ψιθυρίζουν χιλιάδες χρώματα μέσα στο φως άνθη της μνήμης εξαίσια άνθη του νερού
κλείνουν τις πόρτες, τα παράθυρα βουλώνουν με κουρέλια κάθε χαραμάδα κι ενώ στα σκεύη στην κουζίνα ηχούν και το διπλό κρεβάτι τρίζει ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο
ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο μυστικά μεταμορφώνεται σε πουπουλένιο στρώμα τα φύλλα και τα πράσινα κλαριά γίνονται επιδερμίδα, χείλη γίνονται κεντημένα μαξιλάρια
με τα λουλούδια και τα σιντριβάνια του με χώμα μυρωμένο, αφράτο ανθίζει ο κήπος στο δωμάτιο τα γκρίζα πρόσωπα μιας άλλης εποχής θυμούνται και παράξενα φωτίζονται στου τοίχου τις παλιές φωτογραφίες
ο κήπος κατακτά και παραδίδεται εξερευνά κι ανακαλύπτει με χίλιες δυο κραυγές, επιφωνήματα με αναστεναγμούς και βογκητά ως το μακρόσυρτο αχ και τη σιγή του τέλους
όλα τριγύρω είναι καθημερινά κι όμως ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο ο προαιώνιος κήπος από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά
μέσα στις στάχτες μου ενεδρεύεις που εγώ σκαλίζω μάταια με τις λέξεις δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός. είτε μιλήσω, είτε σιγήσω θα 'μαι για πάντα σιωπηλός, το ξέρω. είτε γελάσω, είτε δακρύσω θα 'μαι για πάντα μόνος. μόνος λοιπόν και σιωπηλός τηρώ τις προαιώνιες εντολές αναζητώ μια χώρα απρόσιτη δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός
το βλέμμα μου κι η καλοκαιρινή σιωπή το απομεσήμερο κάτω απ' τις λεύκες ήχος ξερός των φύλλων στην πνοή του ανέμου σαν αραιά χειροκροτήματα στις πράσινες κερκίδες τ' ουρανού
κι έπειτα, ξαφνικά, το κόκκινό σου φόρεμα σημαία και λάμψη, εμβατήριο συμπυκνωμένο φως και η στιγμή με την κομμένη ανάσα της
ένα σπουργίτι στην ξερή μου γλάστρα και η γυναίκα έρημη πίσω απ' το χνώτο της στο απέναντι μπαλκόνι παράθυρα κλειστά και παγωμένο χώμα γυμνό σκοτάδι από ψηλά στα τζάμια χειμώνας άτεγκτος που δεν παρηγορεί, δεν ψεύδεται κόσμος της τίγρης, κόσμος του χαμού πόνος από τον ουρανό ως την άσφαλτο και θάνατος θάνατος που χορεύει στο κενό και στροβιλίζεται ποιος ζωγραφίζει θαύματα πάνω στους τάφους ποιος είναι εκείνος που μας δίδαξε όλες τις ερωτήσεις και καμία απάντηση σαν έντομα ποιος στις σελίδες καρφωμένους μας περιεργάζεται κόσμος της τίγρης, κόσμος του χαμού όρθια δέντρα και τυφλά βήματα στο πλακόστρωτο ριπές ανέμου φώτα που ανάβουν δω κι εκεί στη γειτονιά απορημένα ψυχές μέσα στο δέος της νύχτας που ονειρεύονται
το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου
στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο ακούγεται μια μουσική και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά μια ελευθερία παράνομη στην κόκκινη καρδιά του χρόνου
στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας που ήταν τα πάντα
το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι χτυπάει το καμπανάκι του σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι που υπόσχεται τον ουρανό
παρόλα όσα ισχυρίζεται η αρχή το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο. χωρίς ωραία ενδύματα το σώμα αναγνωρίζει την αλήθεια του με τη λευκή σημαία της η οθόνη άνευ όρων παραδίδεται στον θεατή που έχει ήδη αποχωρήσει. το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο ενώ και πάλι μυστικά τα χρώματα στην άδεια οθόνη αναδύονται
όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν. τα δάκρυα μου στον ωκεανό τα χρώματά μου στο ουράνιο τόξο το όνομά μου στα φωνήεντα της σιγής. όλα θα σβήσουν, όλα θα χαθούν. κι εσύ μια μέρα σ' άγνωστα μάτια θ' αγαπήσεις μεθυστικό κι ανώνυμο το ίδιο προαιώνιο φως
πια δεν υπάρχει τόπος πια δεν υπάρχει χρόνος πια δεν υπάρχει φως. για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα. πως χάθηκαν τα ονόματα πως έλιωσαν τα μάρμαρα πως σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες. τα δάκρυα οι λέξεις όλα τα χρώματα κι οι μουσικές πως συμπυκνώθηκαν στην αρχική γαλήνη. και με μια κόκκινη έκρηξη πως κάποτε ακούστηκε και πάλι ανεξερεύνητος ο μυστικός λόγος της ουτοπίας
γράφω τους στίχους που ανακάλυψα στα μυστικά αρχεία του κόσμου. με τα πρωτόγονά μου σύμβολα καταχωρώ την προαιώνια μουσική που οι μέλλοντες αιώνες θα συνθέτουν με αστραπές. σαν άνεμος στην πέτρα της ερήμου γράφω τα ονόματα που δεν προφέρονται. βυθίζομαι στο απρόσιτο να ανιχνεύσω τις δικές του λέξεις το δέος μέσα μου ιχνηλατώ να ζωγραφίσω το δικό του φως
στο αναλφάβητο τραγούδι που συνθέτει το σκοτάδι και το φως και στο βουβό τηλεγραφόξυλο του γαλαξία. στα απαγορευμένα μυστικά και θαύματα και στον ανεξερεύνητο λόγο της ουτοπίας. σε κάθε αγγελτήριο της απουσίας του πίσω από κάθε φόνο και στις χιλιάδες γλώσσες της σιγής. πατρίδα μου, ονομάζεσαι ανυπαρξία ανυπαρξία, το όνομα σου είναι θεός
το ωμέγα ως ωκεανός ως χώμα και ως φως. ο χρόνος ως αιώνιο δευτερόλεπτο ο χώρος ως μοναδικό σημείο. το ανερμήνευτο που κάποτε εγκαθίδρυσε και τώρα ανατρέπει την τάξη αυτού του κόσμου. εκείνο που όλους μας αξίζει το όνειρο που είναι εγγεγραμμένο στα κύτταρά μας και στον ουρανό
νάμασταν, λέει τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται. ή μήπως νάμασταν εκεί ψηλά τα κεραμίδια πλάι στην καπνοδόχο την ώρα πού όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός. κι ύστερα, λέει να φύτρωναν κόκκινα κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας στα μάτια μας ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό. να ταξιδέψουμε πέρα απ' τον πόνο και τον θάνατο. νάμασταν, λέει με κόκκινα φτερά ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται
η μάταιη γνώση θάμπωσε το βλέμμα τους ψιθύρισε η πνοή του ανέμου και το ασήμι χαμογέλασε δειλά στα φύλλα της ελιάς. μ' αυτόν τον τρόπο παίζεται η τυφλόμυγα του κόσμου. πέρα μακριά, πριν και μετά, μέσα τους ίσως και τριγύρω. το κάθετι ένα τίποτα κι ένα αιώνιο μυστικό το κάθετι ένα τίποτα και ένα θαύμα
παρασκευή μήνα νοέμβρη με το ζώδιο του σκορπιού, καθώς πυκνά σκοτείνιαζε στις παρυφές του Ολύμπου, σχίστηκε σαν από σεισμό η γη στα δύο κι από τον Άδη ορθώθηκε περήφανος και σκυθρωπός μπροστά μου ο Πλούτων. μου φαίνεται πως ξέχασες ποιος είσαι, είπε βαριά, ενώ το αράπικο χρεμέτιζε και δάγκωνε με αφρούς τα χάμουρα κι ο Κέρβερος ήρθε κουνώντας την ουρά και μου ‘γλειφε τα χέρια. άλλο δεν έχει από το λίγο του αυτός ο ξένος τόπος, κι είναι καιρός που η μάνα σου (εδώ μαλάκωσε ελάχιστα το αψύ του βλέμμα) γύρισε στην πατρίδα και σε περιμένει. σήκωσε το δεξί του χέρι απότομα κι έπεσε νεκρική σιγή τριγύρω. είσαι ψυχή κι η θέση σου είναι δίπλα μου, με τις ψυχές
υπάρχει μέσα μου ένα φως. καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί ή ξέφτι απ' το γαλάζιο στο περβάζι σου. υπάρχει μέσα μου ένα φως που όλα τα ξέρει κι όλα τα αισθάνεται μοναχικό που ταξιδεύει απ' την αρχή του χρόνου που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα και δεν παραδίδεται
(στο καφενεδάκι του ουρανού από αριστερά η Ούρλικε Μάινχοφ, ο Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι, ο Έζρα Πάουντ και ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι )
αργά χτες βράδυ ξαφνικά συνάντησα στις ράμπλας τ’ ουρανού τον φοιτητή Καλιάγεφ παρέα με τον Ντουρρούτι να τα πίνει ενώ η Ούλρικε στο παραδίπλα τραπεζάκι ζωγράφιζε με τη σκιά της μια τίγρη μες στα σύννεφα, δώρο στον Έζρα και τον Βλαντιμίρ. εκεί που έπιανα μια ψάθινη καρέκλα να καθίσω, βγήκε από την πόρτα ο πανάγαθος σέρνοντας πίσω του, όπως το συνηθίζει, και μια ταξιαρχία γαλαξίες. άντε, να πάνε τα φαρμάκια κάτω, είπε, βάζοντας στο γραμμόφωνο ένα βαρύ ζεϊμπέκικο και μοίρασε τα καραφάκια με το τσίπουρο απ’ το κρυφό του αμπέλι. κουράστηκε ο πατέρας, ρε παιδιά, μ’ αυτόν τον χαλασμό εκεί κάτω, πρόσθεσε με γλυκό χαμόγελο ο Ιησούς, λες και παρηγορούσε πάλι τους απελπισμένους, κι από την άλλη, του λείπει αυτός ο άκαρδος ο αυτόνομος και είναι άγριο πράγμα ο παράδεισος χειμώνα καλοκαίρι με τα χερουβείμ
είδα στις ράμπλας τ' ουρανού λουλούδια και μικρά πουλιά μάτια να λάμπουν. κι ένα αρχαίο φιλόλογο και πάλι όρθιο να διδάσκει άγνωστα κείμενα σαν υποσχέσεις ή αινίγματα. χαμογελούσε κι έγραφε στα δάχτυλά του έλιωνε η κιμωλία του χρόνου κι απ' τ' ανοιχτά παράθυρα οι έφηβοι είχαν ήδη δραπετεύσει και ταξίδευαν. αργά χθες βράδυ ξαφνικά είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα για πάντα αμετάφραστη τη λέξη ελευθερία
* κεντρικός δρόμος στις ισπανικές πόλεις. στη Βαρκελώνη, η Rambla de las Flores αρχίζει από την Πλατεία της Καταλωνίας και καταλήγει στο λιμάνι, στο άγαλμα του Κολόμβου και το πλοίο Σάντα Μαρία