μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη

αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.

Θεσσαλονίκη 1980



πολιτεία ρημαγμένη στον μυχό του κόλπου
βάρβαροι με χρωματιστές κορδέλες
με χάντρες εξαγοράζουν την ψυχή σου
πανικός
άγριος πανικός στους δρόμους
πανικός στα γραφεία
πανικός στα σπίτια που υψώνονται
και φράζουν τον άνεμο
καθώς οι νεκροί σαπίζουν
μέσα στα βιβλία τους
και αναδίδουν οσμή βραβείων
στάχτη, αρπαχτικές κραυγές
μια άνοιξη που ευνουχίστηκε
και το αίμα της ζωγραφίζει πολύχρωμες διαφημίσεις
μια στιγμή πριν απ' το τέλος
και έρωτας
έρωτας που κυκλοφορεί ανύποπτος
που δεν θέλει τίποτα να μάθει
έρωτας στα υγρά μάτια των κοριτσιών

4 σχόλια:

and33 είπε...

Κατάθεση ψυχής χωρίς φόβο αλλά με πάθος που κρύβει αγάπη.
Για τη Θεσσαλονίκη του σήμερα θα πρόσθετα και κάποιους στιχους από ένα άλλο ποίημα σου
"πόρνη χιλιόχρονη και φτηνή
στην κλαδωτή σου ρόμπα
ανώφελα είνα σκορπισμένο
το σπέρμα των αιώνων."
Μιά πόλη που αγαπάμε και την ονειρευόμαστε βασίλισσα στον μυχό του κόλπου.

Poet είπε...

Καλημέρα, Ανδρέα.

Με την πατρίδα του έχει συχνά κανείς μια σχέση αγάπης και μίσους ταυτόχρονα. Οργίζεται με εκείνη που περισσότερο αγαπάει. Ολοκληρώνω τους στίχους του ποιήματος «η αισιοδοξία της απόγνωσης» που παραθέτεις:

«κι όμως μπορώ να διακρίνω ολοκάθαρα
ν΄ανθίζει το ξεδοντιασμένο στόμα σου
ίδιος της άνοιξης ο πρώτος μίσχος»

Τελικά, βέβαια, αναπόφευκτα, νομοτελειακά θα έλεγα, επικράτησε η αγάπη μέσα μου, όπως είναι ολοφάνερο στη συλλογή Το διπλό άλφα της αγάπης, 1994. Αποδείχτηκε ότι δεν μπορώ να ζήσω, δεν μπορώ να γράψω κάπου αλλού.

kanella16 είπε...

Είχα αφιερώσει ολόκληρη ποιητική συλλογή "Το φάντασμα της Πόλης" σ`αυτή τη πόλη. Έτσι έγραφα κι εγώ με πάθος τότε ήμουν μόνο 23 χρόνων.
Ωστόσο σήμερα επιστρέφω αλλιώς:

ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ


Παλιά μου βήματα αποζητώ,
σε ταβέρνες της Άνω Πόλης,
σε στενά καλντερίμια,
πίσω απ` τα Κάστρα ήχους παιχνιδιού
ή νεανικής κιθάρας.
Δε τα βρίσκω…
Οξύ χνώτο σε στάσεις λεωφορείων,
καυγάδες με σουγιάδες
ένα σούρουπο στο Βαρδάρη,
μάτια γυάλινα πίσω από προθήκες
απρόσωπων καταστημάτων,
ορίζοντας κοντόφθαλμος,
ψηλά κτίρια και κεραίες,
ίδιες οι εποχές.
Με διώξατε…
Επισκέπτρια επιστρέφω:
δώρα μού αγοράζω
από πλανόδιους της Αριστοτέλους,
πίνω χαλαρά καφέ στη παραλιακή,
ως τόπο συνάντησης σ` ορίζω,
εκθέτω στους πολυχώρους σου,
βλέπω ως θεατής
τα μονόπρακτα μου στο Κηποθέατρο.
Έτσι σε θέλω:
Από τη μια παρατηρήτρια
κι από την άλλη δρώσα,
σε μονόπρακτα που μόνη μου συγγράφω,
σκηνοθέτης εγώ κι εσύ το σκηνικό,
Πόλη, δε σε μισώ.
Είμαι μέρος της ύπαρξής σου.
Αναπνέοντας, σου δίνω
απ` τη ζωή μου!

Poet είπε...

Χαίρομαι, Ευγενία, και για τη δική σου παρόμοια σχέση με την πόλη που μας γέννησε και μας μεγάλωσε. Όλα μας εδώ βρίσκονται, τα πάθη μας, τα λάθη μας, η θλίψη και η χαρά μας. Τα όνειρά μας και οι αγαπημένοι μας που χάθηκαν για πάντα. Πώς μπορεί να μισήσει κανείς το αίμα του; Και την ανακάλυψη του κόσμου;