μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη

αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.

ένα ποτάμι στοιχειωμένο


ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου
από προγόνους και μνήμες σκοτεινές
λάμψεις της αστραπής που σχηματίζουν λέξεις
ταξίδια μυστικά σε χώρες που ποτέ δεν γνώρισα
ένα ποτάμι στοιχειωμένο είναι το αίμα μου
μια μουσική
ένα μελλοντικό καράβι
πλησίστιο που περιπλανιέται
σε κατακόμβες φωτεινές του γαλαξία

κοιτάζοντας ψηλά καθρέφτες φωτεινούς της απουσίας

ταγμένος μεσοπέλαγα
εκεί που σπέρνει άσπρα φίδια ο αίολος
από το σούρουπο ως το χάραμα
κοιτάζοντας ψηλά καθρέφτες φωτεινούς της απουσίας
και πίνοντας τη δακρυσμένη θάλασσα
είδα να χάνονται βουβοί στον μελανό πολτό
εφέστιοι θεοί
φίλοι μου παιδικοί ένας ένας
είδα να χάνονται γονείς κι αδέρφια
ταγμένος μεσοπέλαγα
μόνος με τα σβησμένα μάτια τους
περιδεής κι αγέρωχος
κοιτάζοντας ψηλά καθρέφτες φωτεινούς της απουσίας

και με τη θλίψη να γλιστράει σαν σκιά

αυτό το χάδι που ζεσταίνει την καρδιά μου
ζωγράφισαν τα μάτια σου
όπως και το χαμόγελο που διώχνει κάθε πόνο
κι όμως δεν ήξερα άγνωστη
αν ήσουνα μητέρα
γυναίκα αγαπημένη
η το δειλό παιδί της γειτονιάς
με τις κοτσίδες την πεσμένη κάλτσα
και με τη θλίψη να γλιστράει σαν σκιά
στο πάνω χείλος σου
δεν ήξερα και δεν θυμόμουνα
κι ούτε πια μ’ ένοιαζε να μάθω
αφού έπλεα σ’ αυτό το φως
όπως η πέτρα το φυτό
όπως ο κόσμος όλος
εγώ ο τελευταίος των τελευταίων
ο ερημίτης του απείρου
το μέγα τίποτα
ο άνθρωπος
εγώ

βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως

μέσα σε πολύχρωμα αδιάβροχα και ζεστούς σκούφους
φορώντας τις μαγικές τους μπότες
βυθισμένοι σε αχνά χαμόγελα και φως
κάθε πρωί εισπλέουν στο νηπιαγωγείο της γειτονιάς
οι άγγελοι που δεν γνωρίσαμε
σαν μπίλιες απ' τις τσέπες τους στο χώμα απλώνουν
όλα τ' αστέρια τ'ουρανού
μας δείχνουν τον θεό που δεν πιστέψαμε
σκορπίζουν στον αέρα θαύματα που δεν αξίζουμε
με μιαν ανάσα τους στηρίζουν την ετοιμόρροπη ζωή μας

σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως

προφέρετε τις λέξεις απαλά
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως
και σταθερά
σαν μια μπουκιά ψωμί στα δόντια
ύστερα αφήστε τις να περιπλανηθούν στην ερημιά
για λίγο σ' άγριες γειτονιές
κι εκεί που ζουν και μεγαλώνουν τα παιδιά στο χώμα
προφέρετε τις λέξεις απαλά
με τα δικά τους σχήματα
με τις δικές τους μουσικές και εικόνες
σαν να κρατάτε με τα χείλη μιαν αχτίδα φως
ή την ψυχή του ναυαγού
όταν μοναχική επιστρέφει στην πατρίδα

το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα

την ώρα που ένιωθα ασφαλής
στην πέτρινη σιγή του κόσμου
άνοιξαν ξαφνικά οι μυστικοί κρουνοί το απομεσήμερο
και η αυλή πλημμύρισε κίτρινες πεταλούδες
γιορταστικά πολύφωτα
ιπτάμενα ίχνη του απρόσιτου που ενεδρεύει
την ώρα που ένιωθα ασφαλής
με ξύπνησε το κίτρινο περπάτημα στα χόρτα
κι είδα μέσα στο φως να ξεπροβάλλει η τίγρη

χώμα στον ουρανό

το όνομά μου είναι θάλασσα
το όνομά μου είναι ουρανός
ψυχή από χώμα
το όνομά μου είναι φωτιά
μέσα σ΄όλες τις μουσικές
μέσα στις ζωγραφιές
και τα νυχτερινά ποιήματα
το όνομά μου είναι απουσία
και δεν προφέρεται
στις ξένες γλώσσες αυτού του κόσμου

μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα

καθένας στον μυστικό του κήπο να ευφραίνεται
με τα δικά του παραδείσια πουλιά και δέντρα
νερά που λάμπουν με απίστευτη στιλπνότητα
κι άλλοτε με φωνές παιδιών και μουσικές
που ζωγραφίζουν όνειρα
καθένας στην ψυχή του ν' ανασαίνει
μεθυστικό ανθρώπινο άρωμα
που είναι δέντρα και φωνές και μουσικές
που είναι μνήμη και όνειρο
πατρίδα

το μυστικό εξαίσιο άρωμα

γράφουμε για να μάθουμε
τη μουσική, το όνομα της τίγρης
το μυστικό εξαίσιο άρωμα
γράφουμε για να ζωγραφίσουμε
με λέξεις την ψυχή μας
να ανασύρουμε ένα ένα
τα αλλεπάλληλα καλύμματα
και κάποτε να φτάσουμε εκεί
όπου όλα τα ποιήματα του κόσμου
είναι πριν από την αρχή γραμμένα
κάποτε έκθαμβοι να οδηγηθούμε
στον λόγο που μας έδωσε πνοή

μια φράση καθημερινή με τ' όνομά σου

τα φύλλα από το τίποτα όταν πρασινίζουν
ένα γέλιο που αστράφτει ξαφνικά σαν παρουσία
εκείνη η παλιά φωτογραφία που ξεθώριασε
να μας θυμάσαι
κάποιο αποτύπωμα αχνό στη δεξιά σελίδα
μια φράση καθημερινή με τ' όνομά σου
ένα κόκκινο μπαλόνι που ξεφεύγει και υψώνεται
να μας θυμάσαι
στους τοίχους μάταιες οι επικλήσεις
κι οι δρόμοι που οδηγούν, που τέμνονται
με τις σκιές, τα δέντρα τους, τα τραπεζάκια στη γωνία
στο χώμα οι δρόμοι, στη φωτιά, στον ουρανό
να μας θυμάσαι

ύπαρξη

ο θεατής είναι θεατής
το μάτι από την όχθη που παρατηρεί
ξέρει νερά, κλαριά και χώματα
δεν ξέρει το ποτάμι
το μάτι από την όχθη που παρατηρεί
δεν είναι το ποτάμι
από το άγνωστο στο άγνωστο
προορισμένος είναι ο άγνωστος να κατευθύνεται
στη χώρα που δεν έχει μονοπάτι
έως ότου το μάτι κάποτε
γίνει νερό, κλαριά και χώματα
και στρόβιλος για τον βυθό
ακούσια, μυστικά και αναπόφευκτα
έως ότου γίνει κάποτε ποτάμι ο θεατής

μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας, 1

σε είδα μεσημέρι στ' όνειρό μου
μέσα στην άχνα από το βάθος της πλατείας
ν' απλώνεις ρούχα σε ψηλό μπαλκόνι
κι έγειρα να σ' αγγίξω όπως το φως
εκείνο το γαλάζιο φως στα μάτια σου
και ξαφνικά θυμήθηκα
πως δεν απλώνουν ρούχα στην πλατεία
και ξαφνικά θυμήθηκα
πως το μπαλκόνι αυτό πια δεν υπάρχει
κι είδα να εκτείνεται μπροστά μου ανεξερεύνητη
η χώρα όπου πηγάζει αυτό το φως
το φως από την απουσία που μας ενώνει
με μια υπόσχεση εκθαμβωτική
πέρα απ' τον χρόνο και τον θάνατο
μητέρα

λουσμένη στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο

λουσμένη στα δεκοχτώ σου χρόνια θα σε περιμένω
λουσμένη στην ομίχλη όπως το σαββατόβραδο
ένα όνειρο του φανοστάτη πάνω απ' τη θάλασσα
εκεί που ο δρόμος μόλις άρχισε
εκεί που κάνει η δίψα το αδύνατο να ανθίσει
εκεί που η προσμονή θαμπά φωτίζει
χιλιάδες μυστικά και θαύματα

κορίτσια με αστραπές και καταιγίδες

Photobucket

γράμματα οικεία
σε γλώσσες που κανείς δεν μίλησε
ζωγραφισμένα μ' ένα μαύρο ρούχο που γιορτάζει
με την ουρά του ανέμου στα μαλλιά τους
κάτω απ' το δέρμα αστραπές και καταιγίδες
μάτια ιστιοφόρα που αποπλέουν
για το νυχτερινό ταξίδι στο άπειρο
στις απαλές καμπύλες των χειλιών του
κρατάει ένα κορίτσι την καρδιά μου
που ονειρεύεται με δάκρυα από χώμα κι ουρανό

μια ανάσα από την απουσία τους

αν θα μπορούσες να με συγχωρήσεις
για όσα είναι αδύνατον πια να διορθώσω
για κείνους που άφησα να φύγουν
μέσα στη νύχτα
και τους καλώ με δάκρυα να μ’ αξιώσουν
λίγα λεπτά από τον θάνατό τους
μια ανάσα από την απουσία τους
ένα μονάχα κύμα από το ωκεάνιο ταξίδι τους
για να σωριάσω όλα μου τα υπάρχοντα στα πόδια τους
να στρώσω τη ζωή μου και τις λέξεις μου
κιλίμι να πατήσουν
να οδηγηθώ από ένα ξέφτι φως
στα σφραγισμένα μάτια τους

ίσως ποτέ να μην υπήρξα

κανείς δεν γνώρισε τον ποταμό όταν κοχλάζει
φιδοσέρνεται και βραχνά σφυρίζει
σαν ατμομηχανή του κάτω κόσμου
κανείς δεν γνώρισε την έκρηξη
τα μυαλά σκορπισμένα στον νυχτερινό άνεμο
τα μάτια μου αερόστατα στον ουρανό
δαχτυλικά αποτυπώματα στην άσφαλτο
την ψυχή μου να δραπετεύει στη δική της διάσταση
κι αφού κανένας δεν με γνώρισε
και οι καθρέφτες το είδωλό μου παραμόρφωσαν
ίσως ποτέ να μην υπήρξα
κι έτσι κανένας δεν μπορεί να με ξεχάσει
και με τα λόγια αυτά
δεν χαιρετίζω ούτε αποχαιρετώ κανένα
γράφω μονάχα από το τίποτα στο τίποτα
ένα τίποτα που είναι αδύνατον να διαβαστεί

ex nihilo

από το τίποτα αναδύεται το φως
και στον πυρήνα εγγράφεται του κόσμου
ο απρόσιτος εκείνος κωδικός
τις διαστάσεις που εμπεριέχει του χωροχρόνου

σαν ιχνογράφημα με συμπαθητική μελάνη
από το τίποτα συντίθεται και πάλι η γειτονιά
μεθυστικό φουντώνει το αγιόκλημα στους τοίχους
το ακέραιο χώμα διαρρηγνύει την άσφαλτο
και εμφανίζονται αυλές και σπίτια,
το βήμα σου ακούγεται στις σκάλες αδιάψευστο, πατέρα
και αχνοφέγγει το χαμόγελό σου
ενώ μας καταυγάζουν οι απίστευτοι, μητέρα
γαλαζοπράσινοι φεγγίτες των ματιών σου

όλα και πάλι από το τίποτα αρχίζουν
σαν μην είχανε ποτέ τελειώσει
σαν νάταν πάντοτε αριστοτεχνικά κρυμμένα
μπροστά στα θαμπωμένα μάτια μας

και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω


όταν το κάτι αυτό
το οτιδήποτε
για μένα θα τελειώσει
και πάλι εγώ στο τίποτα θα υπάρχω
θα είμαι εκείνο που τα μάτια σας θαμπώνει
το ύψιλον στα μυστικά, στη νύχτα, στην ψυχή
η απαλή καμπύλη στο αύριο
το χι στο χάδι ή στο χώμα της πατρίδας σας

όταν το κάτι αυτό
το μάταιο οτιδήποτε τελειώσει
στο τίποτα η αγάπη ξεχασμένη θα υπάρχει
θα σας αγγίζει απαλά
θα σας ζητάει χαμογελώντας το αδύνατο

Την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας (1997)

κόκκινο ξέφτι στο κατώφλι του κόσμου

λάμψεις πολύχρωμες και μαγικές κραυγές
ένα κόκκινο ξέφτι στο κατώφλι του κόσμου

δεν βλέπω
δεν σημαίνει δεν υπάρχω
πίσω απ' την όρασή μου
ρέουν ηφαίστειοι ποταμοί
φτεροκοπούν χίλια πουλιά
υφαίνεται με θαύματα
το μαγικό χαλί του κόσμου

στρώματα αλλεπάλληλα καλύπτουν
τα μυστικά που γεννηθήκαμε γνωρίζοντας
το άπειρο που εμπεριέχεται στο κύτταρο
το αιώνιο στο προσωρινό
η μουσική στη νότα

φως που υπερβαίνει την ταχύτητά του
ήχος που υπερβαίνει
τη μέγιστη και την ελάχιστη έντασή του
θνητός που υπερβαίνει τη φθορά του

λάμψεις πολύχρωμες και μαγικές κραυγές
ένα κόκκινο ξέφτι στο κατώφλι του κόσμου

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας

την κοκκινόμαυρη ανεμίζοντας της ουτοπίας
εισπλέει αθόρυβα
στις γκρίζες γειτονιές του κόσμου
ο μέλλων χρόνος ως πέλμα αιλουροειδούς

ελεύθερο
το πάνσοφα αθώο βλέμμα των νηπίων
στον παρελθόντα χρόνο εναποθέτει
τα πορφυρά ενδύματα της εξουσίας

από το άλφα ως το ωμέγα
ευθύς τα γράμματα ενώνονται και ενοποιούνται
στο σχήμα του ήλιου ανατέλλουν τα παράθυρα
αρχαίοι λινοτύπες
συνθέτουν τίτλους με λευκά πουκάμισα
και κάτω από τα υψωμένα χέρια
το αύριο έκθαμβοι αναγγέλλουν στους εξώστες
κορίτσια αστραφτερά σαν χελιδόνια
με το άπειρο ολοζώντανο στα μάτια τους
στις στέγες αιωρούνται
και τα ερωτικά προαύλια
φωτιά από σύννεφα απλωμένη στα μαλλιά τους
συστάδες δέντρων διαρρηγνύουν την άσφαλτο
και σιωπηλά αναδύονται στο φως

έφηβοι κωπηλάτες λάμνουν
το πυροτέχνημα κορμί
και στο γαλάζιο εξακτινώνονται
ενώ τριγύρω τα περίπτερα
λικνίζονται στη μουσική
που ηδονικά τις χαραμάδες διαστέλλει

παρέκει ούτε μια μοίρα αστέρι μου
λιγότερο ούτε ένα στίχο από τον ουρανό

ο κηπουρός των άστρων


εξόριστος
απ' όλους τους περιφραγμένους κήπους
φυτεύει νυχτολούλουδα σε άγριο χώμα
και τα ραντίζει με σταγόνες φως

στον ίσκιο εκείνα ενός μαντρότοιχου
κρύβουν προσεχτικά τους σπόρους τους
κι ανέμελα στον άνεμο τους παραδίδουν
μεταναστεύουν το φθινόπωρο στο αόρατο
και απροσδόκητα ξαναφουντώνουν μεγαλύτερα
το τελικό σίγμα της άνοιξης
όταν προφέρει ο χρόνος

με σκόρπιες πινελιές
στα φύλλα τους χορεύει το αύριο
κίτρινα χρώματα φούξια και μωβ
το σούρουπο φεγγοβολούν στο κούτελο

εξόριστος
απ' όλους τους περιφραγμένους κήπους
ο πρεσβευτής του εγγύτατα απρόσιτου
στη γη προσφέρει όνειρο
τον ουρανό

έσχατη λάμψη των ματιών


με την έσχατη λάμψη των ματιών
εισπλέουμε στον άπειρο χρόνο
στο έλεος που συνθέτουν τα φωνήεντα της σιγής

σε μιαν άλλη διάσταση ανήκουμε τώρα
προσπελάσαμε το απαγορευμένο υψίπεδο
που εκμηδενίζει την ανθρώπινη οδύνη
κατακτήσαμε τη θάλασσα της ουτοπίας
ακούσια εγκαταλείποντας στον γρανίτη
το οπτικό πεδίο της οπισθοφυλακής

από μας δεν μπορείτε πια να ζητήσετε
ούτε μια προσωρινά παρήγορη αυταπάτη
η ψυχή μας πάλλεται και δονείται
σε χώρο της αιώνιας απουσίας
υπήρξαμε ένα παιδικό μυστικό
που συγχέεεται με τ' όνειρο
και παραμένει ανεξιχνίαστο

οι γειτονιές του παρελθόντος χρόνου


απόμεινε
ένα γυμνό παράθυρο
οικείο σαν αίνιγμα
που η λύση του ανεξήγητα σου διαφεύγει
μια σιδεριά σε μισογκρεμισμένο τοίχο
ένα τραπέζι
με αποτυπώματα φωνής και χνώτου
κι ο άνεμος που υπενθυμίζει την αγάπη
αχνά στις συλλαβές των ονομάτων τους

απόμεινε
ο αφρός στην κορυφή του κύματος
που σαν λουλούδι ανθίζει και μαραίνεται
μια μουσική
που ανεπαίσθητα στο αίμα σου εισβάλλει
και παραμένει μακρινή
όσο κι αν ανιχνεύεις την πηγή της

απόμεινε
προσωρινά αόρατο ένα χαμόγελο
από τις γειτονιές του παρελθόντος χρόνου
που ξαφνικά θα φωτιστεί μες στο σκοτάδι
σαν μια απόδειξη ζωής που δεν τελειώνει

Άφυτος, 1



ανάμεσα σε δυο κόκκινες στέγες
το σιωπηλό πράσινο της συκιάς
διαλέγεται με τους κυματισμούς του γαλάζιου
ως τη θαμπή υπόνοια της μακρινής ακτής
ως το βάθος τ’ ουρανού που ψηλαφούν οι υδρατμοί
ως τις αστραφτερές ζωντανές ανταύγειες
που βασιλεύουν κάτω απ’ την επιφάνεια

λευκά πλεούμενα διασχίζουν το αόρατο φως
μαύρες σαϊτες διαγράφουν απροσδιόριστα σχήματα
πάνω από την επίκληση των δέντρων
πάνω από τη πελεκημένη πέτρα
τρυφερή όπως το δέρμα και το άγγιγμα

στους λόφους αιωρούνται νότες
από τ’ αρχαία έγχορδα της παραλίας
όπως φόρεμα πολύχρωμο που θροϊζει στο χόρτο
ένας ξένος μαθαίνει να συλλαβίζει τη γαλήνη
ένα παιδί απλώνει τα παιχνίδια του στο χώμα

οι απαντήσεις βρίσκονται όπως πάντα εδώ
και χαμογελούν με καλοσύνη
σε χιλιάδες μάταια ερωτήματα

Άφυτος, 2



είναι γλυκό το φως
αιώνες που ωρίμασε στην απουσία
και αναδύεται τώρα σε αρχαία ερείπια

αστράφτουν γύρω τα ταπεινά του κόσμου
φύλλα ζουζούνια αγριόχορτα
μια σαύρα ακίνητη στο πρόσωπο της πέτρας
σαν προσευχή η μοναχική γυναίκα
στον δρόμο που ανεβαίνει προς τα μνήματα
ανάμεσα σε ξαφνικά λιλά και κίτρινα

είναι γλυκό το φως
μετά το ατέλειωτο ταξίδι στο σκοτάδι
και η μικρούλα έρημη εκκλησιά
με το θαμπό της κόκκινο

μάθημα ζωγραφικής



άσε τα μάτια σου πλησίστια να βυθιστούν
στα έκθαμβα μάτια των παιδιών

ανθισμένα στο λάμδα του ήλιου
και το ωμέγα των άστρων
ξαφνιασμένα
λίγο πριν αιφνιδιάσουν τον επίπεδο κόσμο
βουρκωμένα
στην πρώτη αφή της οδύνης
απ’ τον ωκεανό που ανεξήγητα γνωρίζουν

ήδη έμαθες όσα μπορείς να μάθεις
ό, τι κι αν σου επιφυλάσσει η διαδρομή
ήδη αναγνώρισες την αρχή
που είναι τέλος και γράφεται με θήτα
το μέγιστο εκείνο θήτα
και τα μικρά έψιλον και όμικρον
που σε ορίζουν

άπλωσε τώρα φωτεινά στον κόσμο
τα χρώματα της μυστικής πηγής
τον ένδον πίνακα
που άξιος κρίθηκες ν’ ανακαλύψεις

μαθητεία, 1



μαθαίνω μια ζωή την αλφαβήτα
γλυστράω στην επιφάνεια των γραμμάτων
με την παρήγορη ψευδαίσθηση
ότι θα φτάσω στο ωμέγα κάποτε
όπου ενεδρεύει όμως αναπόφευκτα
το ωκεάνιο και πάλι άλφα

με τις καμπύλες του
τον κύκλο του
τον πρώτο κι ίσως τελευταίο βηματισμό του
τις απροσμέτρητες στον χωροχρόνο
διαστάσεις του

γύρω απ' το άλφα περιστρέφομαι
στο αιμοσφαίριο αυτό βυθίζομαι
όπως σε προαιώνια μήτρα
πύλη του κόσμου και του άδη
έσχατο όριο της δικής μου επίγνωσης


η αρχή της μαθητείας μου δεν έχει τέλος

επίκληση στο ακατανόητο


προσεύχομαι με τις ανεπαρκείς μου λέξεις
με τη θαμπή μου όραση
σφίγγοντας το κενό στο στήθος μου

προσεύχομαι στις ρίζες μου
στον παντοκράτορα ήχο
από το μαντολίνο του παππού
που απλώνεται κρυστάλλινος
από την Ιωνία και τη Μαύρη Θάλασσα
και θρυμματίζει τον ιστό της μοναξιάς

προσεύχομαι σε μια ανατολίτισσα
του ήλιου αχτίδα
που υπόσχεται το αυριανό τραγούδι
στην όποια αλήθεια παραλλάσσεται
μέσα στις τελευταίες αυταπάτες μου

προσεύχομαι ο ελάχιστος
στο μέγιστο που δεν γνωρίζω

προσεύχομαι στο ακατανόητο
όπως μια πέτρα ταπεινή, μια στάλα αίμα
απ’ όλους τους κοινούς ανθρώπους ένας
προσεύχομαι στο ακατανόητο
με την πνοή που εκείνο φύτεψε μέσα μου
αυτή που γνώρισε τον πόνο
και ξέρει τη σιωπή να αποδέχεται
αυτή που ακατανίκητη πεθαίνει

ο τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης



πρώτα με τον Απρίλη και την άνοιξη
με μεσογειακά νησιά
με μέρες στρόγγυλες σαν το παλιό ψωμί
απρόσκλητο
το συνεργείο του χρόνου
μεθοδικά ερείπωσε το πρόσωπό της
μην παραλείποντας και το ωραίο κορμί
τα άλλοτε όρθια στήθη

θροϊζοντας και τρεμοπαίζοντας
έτσι έσβησε το πρωινό χαμόγελό της

στις γκρίζες λόχμες των ματιών
η εξαίσια λάμψη εκείνη
άοπλη τώρα κρύβεται
σαν τελευταίος καταζητούμενος αντάρτης