μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη

αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.

Τα 50+ αγαπημένα μου ποιήματα ... 6ο - Το μαγικό μπαλόνι


αγόρασα ένα μαγικό μπαλόνι
μη με ρωτήσετε πότε και πού
είναι σαν να το είχα πάντα
κι όμως θυμάμαι ότι το πλήρωσα πανάκριβα
έδωσα το δεξί μου χέρι
κομμάτια ματωμένα από τη γούνα μου
γι' αυτό και το κρατάω τρυφερά
ανάλαφρα στα δυο μου δάχτυλα
μα δεν το κρύβω σε δωμάτια μυστικά
το περιφέρω στους μεγάλους δρόμους
και το εκθέτω στους πιο άγριους καιρούς
κι εκείνο αντέχει μ' ένα τρόπο θαυμαστό
του ψιθυρίζω λέξεις
μουσικές
και το κοιτάζω εκστατικά
μπορώ να διακρίνω μέσα σου ολοκάθαρα
μυριάδες χώρες άγνωστες και μακρινές
και πολιτείες μυθικές ονειρεμένες
άστρα, πλανήτες, νεφελοειδείς και γαλαξίες
και πάνω απ' όλα
εσένα, τα παιδιά, τον ήλιο τον μοναδικό
το κόκκινο ολοκόκκινό σου ρούχο

Τα 50 + αγαπημένα μου ποιήματα ... 5ο - ποιητής


εγώ δεν γράφω στίχους
δεν τραγουδάω
σαν προαιώνιος κατακλυσμός
κλονίζω τα ίδια φράγματα
σαν την πανούργα θάλασσα
κατατρώω τον ίδιο βράχο
σαν πεισματάρης γύφτος
δουλεύω το ίδιο φυσερό
ανάβω την ίδια φλόγα
κολλάω αφίσες με το σάλιο μου
σκίζω στολές
τσακίζω αλύπητα παράσημα
χορεύω στις ανύποπτες πλατείες σας
μπερδεύω τους λογαριασμούς σας
ανοίγω το κλουβί να φτερουγίσετε
αδειάζω ένα τσουβάλι ζωγραφιές στα πόδια σας

(από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)

Τα 50 + αγαπημένα μου ποιήματα ... 4ο - είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης


είμαι ένας μεθυσμένος ακροβάτης
ένας απίστευτα γενναίος ισορροπιστής
βαδίζω απρόσεχτα, χορεύω
γλιστράω, κρατιέμαι την έσχατη στιγμή
παίζω με την κομμένη σας ανάσα
περιγελώ τα επιφωνήματα
εγώ ο ίδιος πριονίζω το σχοινί
στο χέρι μου κρατάω σφιχτά τον ουρανό
τον τρύπιο σκούφο μου για τα φιλοδωρήματα

το ξέρω πως θα συντριβώ
το αίμα μου πάνω στην άσφαλτο θα σχηματίσει
ένα παράξενο φεγγάρι
οι νοσοκόμοι με τα άγρια γένεια
θα διασώσουν μοναχά
κείνο το εκθαμβωτικό λουλούδι
που θε ν'ανθίσει στο σημείο που έπεσα

(από τη συλλογή Ο μεθυσμένος ακροβάτης, 1979)

Τα 50 + αγαπημένα μου ποιήματα .... 3ο - Εγώ ...


μη με κοιτάτε έτσι χλωμό
καλοντυμένο
με τρόπους άνετους και με κινήσεις
από το σπίτι στο γραφείο
απ' το γραφείο στο σπίτι
σε μάταιο κύκλο ερμητικά κλεισμένο

μη με κοιτάτε έτσι δειλό
με το σημάδι του γραφιά στο δάχτυλο
με τον μισθό στην πρώτη και στις δεκαπέντε
ανίδεο
ή με τη γνώση υποταγμένη

εγώ
κρύβω στα μάτια μου οράματα που οδηγούν
σε τόπους και καιρούς που θάρθουν

εγώ
μπορώ με μια φωνή
να πλημμυρίσω τις πλατείες
τους δρόμους με σημαίες και λάβαρα
με μια βουή ασυγκράτητη που καταλύει τα πάντα

η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας

(από τη συλλογή Αναρχικά, 1979)


Τα 50 + αγαπημένα μου ποιήματα - 2ο ... Ένα παιδί


με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ' τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
τη γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορώ να γελάω
όταν τη ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του

Τα 50 + αγαπημένα μου ποιήματα - 1ο ... είναι καιρός που ανέλπιδα σε αποζητώ ...


IV

(...)
ίχνη αγάπης θα ψηλαφήσω μέσα μου
όντας το κλάμα αδύνατο
των φωτεινών επιγραφών
τα δάκρυα θα μαζέψω
τις νύχτες που βρέχει
στα έρημα σοκάκια θα πλανηθώ
δίχως πουκάμισο και χίμαιρες
κατάμονος και ταπεινός
ποτάμια να οργώσουν τα στήθος μου
με το πικρό μαστίγιο του ανέμου
εξαγνισμένος την αυγή
να κινήσω για σένα

είναι καιρός που ανέλπιδα σε αποζητώ
κι απόψε
με κεραύνωσε το όραμα της αγάπης σου
και μέθυσα
(...)

ποια γαλάζια σημαία ονείρου
φτεροκοπάει στη σκέψη μας
ποια ελπίδα
ποιες πασχαλιές λησμονημένες
ανθίσανε πέρα απ' τη θάλασσα και μυρώσανε
και στην άκρη μας καλούν του κόσμου

ένα σιδερένιο καράβι
στην πλατεία μας περιμένει
καρφωμένο
με λεπρούς ναύτες χωρίς μάτια
αμίλητοι θα ταξιδέψουμε
η ζωή μας θα γλιστράει δίπλα
αφήνοντας την ψευδαίσθηση της κίνησης

(από το μεγάλο ποίημα Οι άταφοι, 1966)

ουρανός



χάραμα
 πράσινο φύλλο εσύ
μέσα στη νύχτα
και την έρημο του κόσμου
αγάπησέ με

αγάπησέ με
μ’ όλα τα πάθη
και τα λάθη μου
με της ψυχής το κόκκινο
και το βαθύ γαλάζιο

άνοιξε τους κρουνούς
για να λουστείς
στις λέξεις και το βλέμμα
στις άκρες των δαχτύλων μου
νίκησε τη φθορά
το καθημερινό μας γκρίζο
μετάγγισε στις φλέβες μας πνοή

αγάπησέ με
δεν έχω άλλο κλαδί να κρατηθώ
άλλο ουρανό


(δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρ. περ. diastixo στις 10.10.12) 

για πάντα



ένα ανοιξιάτικο λουλούδι
μέσα από τη σχισμή του βράχου
μία παρήγορη
μια συγκινητική ψευδαίσθηση
πάνω απ’ την άβυσσο

το ξέπνοο θήραμα
όταν για λίγο
αναζητά τη θαλπωρή
σε καταφύγιο μυστικό

όταν σ’ ένα κρυστάλλινο ποτήρι
χωράει η θάλασσα
στα μάτια σου ο ουρανός
και στην καρδιά το πεπρωμένο

όταν τον θάνατο η αγάπη
σε επιτύμβια στήλη υπερβαίνει

χαμογελάνε μελαγχολικά οι θεοί
μες στην ομίχλη
σαν να ζητάνε εκείνοι
τη δική μας επιείκεια

δημοσιεύτηκε στο περ. Νέα Ευθύνη,
τεύχ. 13, Σεπτ. - Οκτ. 2012 

στον ουρανό






όπως αυτά που δεν σκεφτήκαμε
που δεν προλάβαμε
που δεν τολμήσαμε ποτέ

όπως η συντέλεια του μαύρου
στο κόκκινο επιβάλλεται
και στο σπαρακτικά βαθύ γαλάζιο

όπως το πλοίο βυθίζεται αύτανδρο
και παραδίδονται στο τίποτα
μνήμη μαζί κι ελπίδα

έτσι το χέρι μου υψώνεται στον ουρανό
βουβά
απελπισμένα
τελεσίδικα

να γυρίζεις στο φως


ποτέ άλλοτε το πράσινο

δεν ήταν τόσο πράσινο
τόσο εκθαμβωτικά γαλάζιο το γαλάζιο

να γυρίζεις στο φως
σαν το μικρό παιδί
εκστατικά να ανακαλύπτεις
τα δέντρα και τη θάλασσα
ήχους και αρώματα
ένα χαμόγελο
θαύματα καθημερινά τριγύρω

να γυρίζεις στο φως
πρώτη φορά να είναι ωραίος
τόσο μεθυστικά ωραίος ο κόσμος


εδώ τελειώνει ο κόσμος


σιγή
απέραντη σιγή
γκρίζο παντού έως μαύρο
αμίλητο

φεύγω
βυθίζομαι στο τίποτα
βουβός κι εγώ
βυθίζομαι στο μέγα δέος
ανυπεράσπιστος
επάνω στο χειρουργικό τραπέζι
με την καρδιά τραυματισμένη και γυμνή

για μένα εδώ τελειώνει ο κόσμος
εκείνοι που πολύ αγάπησα
βιβλία, ταξίδια, χρώματα και μουσικές
εκστατικές στιγμές
όλα τα πλούτη της ζωής μου
σε μια στιγμή εξανεμίζονται

κι αυτό το κάτι μέσα μου
στο φως που επιμένει απελπισμένα
νιώθω να αποδέχεται το τέλος
νιώθω να παραδίδεται η ψυχή μου
στα αναπάντητα ερωτήματα
με προσδοκία δειλή ότι θα συναντήσω
εκείνους που έφυγαν πριν από μένα
να παραδίδεται στο χάος
στο άγνωστο ατέλειωτο ταξίδι

κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας



καμιά φορά αργά το βράδυ
ξαναγυρίζω στο παλιό μας σπίτι
με προσμονή την πόρτα ανοίγω
αναζητώντας μέσα στο σκοτάδι
κι εγώ δεν ξέρω τι αναζητώντας

με το κλειδί στο χέρι ακόμα
το σιδερένιο εκείνο, το μεγάλο
από δωμάτιο σε δωμάτιο τριγυρίζω
αγγίζοντας, μυρίζοντας και βλέποντας σχεδόν
σε κάθε αέρινο μου βήμα

μήπως και είναι κάπου εδώ
πάντα ζεστό το χέρι του πατέρα
του αδερφού μου η προστατευτική αγριάδα
κι αυτή της μάνας μου
η πανταχού παρούσα απουσία
μήπως και είναι εδώ
το καλογυαλισμένο μας βαρύ τραπέζι
η φωτογραφία που χαμογελάει στον τοίχο
με τα πολύχρωμά του σχέδια το χαλί
μήπως και είναι εδώ
το πάτωμα, οι τοίχοι, το ίδιο το σπίτι
μήπως ακόμα μπαίνει από την μπαλκονόπορτα
η απέραντη πλατεία που αγαπούσα

και ξαφνικά καταλαβαίνω ότι κλαίω
κλαίω απελπισμένα στ’ όνειρό μου
τα δάκρυά μου όλα τα θαμπώνουν
όλα όσα το φως της μνήμης καταυγάζει



άγγιγμα





σαν ξαφνικό φτερούγισμα
σ’ έρημο σπίτι
μ’ όλα τα χρώματα
κάθισε πλάι μου
και φώτισέ με

μ’ όλες τις μυρωδιές σου
μέθυσέ με
με την ανάσα σου
φλόγισε και γαλήνεψέ με

μίλησε
χαμογέλασε
κάθισε πλάι μου
κι αγκάλιασέ με

παράξενο επιφώνημα


ανάλαφρα εισχωρεί
απ' τα κλειστά παράθυρα
και τις παλιές φωτογραφίες
από τις ανεπαίσθητες εκείνες χαραμάδες
ανάμεσα στα φύλλα των βιβλίων

αύρα
ομίχλη γκρίζα με γαλάζια μάτια
χαμόγελο που ψιθυρίζει αχνά
όπως παλιά το όνομά μου

παράξενο κενό
παράξενο επιφώνημα
η απουσία
όπως χαρούμενος λυγμός
ή ένα άλφα που αρχίζει όταν τελειώνει

όσα για λίγο τιθασεύει η προσμονή


πορτοκαλί ημίφως στο δωμάτιο
μισάνοιχτα τα χείλη
μισάνοιχτα τα γυναικεία γόνατα
όσα για λίγο
πολύ λίγο τιθασεύει η προσμονή

μάτια υγρά απάτητα
ψιθυριστή φωνή
ένα ρίγος ανεπαίσθητο
που διατρέχει την επιδερμίδα
και τη βελούδινη κομμένη ανάσα

μετέωρη η στιγμή
πάνω απ' την άβυσσο
μετέωρη η φωτιά
στις χαραμάδες
μέχρι το πρώτο άγγιγμα
το πρώτο εκείνο αχ

Κυριακή στην Πλατεία Δικαστηρίων


απέραντη στην ερημιά της η πλατεία
το βροχερό εκείνο σούρουπο της Κυριακής
πίσω απ’ τις στάλες να χλομιάζουν σκόρπια τα φώτα
κι από τα λούκια το νερό
να γουργουρίζει στο πλακόστρωτο

υγρά και μόνα τα συρματοπλέγματα
γύρω απ’ το λυμφατικό παρκάκι
υγρά και μόνα τα αρχαία αγάλματα
βαθιά μέσα στο χώμα
και το παιδί στη μπαλκονόπορτα
το τζάμι να θαμπώνει με το χνώτο του
και να το ζωγραφίζει με το δάχτυλο

νυχτώνει και θα ξημερώσει
στην πινακίδα απέναντι
του τέταρτου αστυνομικού που στάζει
στα παραπήγματα λίγο πιο πάνω
στα σκυθρωπά της μέγαρα τριγύρω
στα μάτια που περίμεναν και περιμένουν

νυχτώνει και θα ξημερώσει
με άλλο όνομα, άλλη όψη της πλατείας
θα αποκαλυφθούν τα αγάλματα
θα φωτιστεί εκθαμβωτικά
θα εξωραϊστεί η πλατεία
θα μεγαλώσει το παιδί
θα ξαναρχίσει ο κύκλος και θα κλείσει

και θα’ ναι ίδια εκείνη η Κυριακή
κι απέραντη στην ερημιά της η πλατεία

νυχτερινό τοπίο μετά την καταιγίδα


ούτε ένας ήχος
εισχωρεί
ούτε μια δίπλα στην πολύχρωμη κουρτίνα
κυματίζει

κάτι ακαθόριστο, θαμπό
κάτι σαν φως που φτερουγίζει
κάνει τον ξένο χώρο οικείο

εισπνέω την ανάσα σου
εισπνέω το ρίγος
εισπνέω την απαλή σου επιδερμίδα
σπαρακτικά υγρή και ηδονική

και τη στιγμή
στα μάτια και τα χείλη σου
λόγια παράξενα
και λόγια μαγικά
να ψιθυρίζει

πρόταση


έχω
μια αρκουδίσια αγκαλιά
τη θέλεις;

μεγάλη και ζεστή
και χωρίς ίχνος μαύρου
το μαύρο κρύβεται
πίσω απ’ το πράσινο στα μάτια μου
κι είναι μόνο για μένα
για σένα φυλάω το βαθύ γαλάζιο
και ιδίως το κόκκινο

τι λες;
θα σου χαϊδεύω τα μαλλιά
τη λακουβίτσα στον λαιμό
την άλλη εκείνη στην παλάμη σου
θα σε χαϊδεύω με το χνώτο μου
χνώτο απαλό, μοναχικό
του δάσους
λιγάκι απελπισμένο

ααα …
κι ένα παραμύθι μαγικό
ένα παραμύθι θα σου ψιθυρίζω
και βέβαια της αγάπης
γλυκά τα δυο μας για να κοιμηθούμε
σαν τα μικρά παιδιά
για πάντα

το κάτι εκείνο και το τίποτα


είμαι ένα σύννεφο το δειλινό
που αναζητά το απέραντο βαθύ γαλάζιο
με κόκκινο για να συνθέσει το δικό σου χρώμα

στην έρημο είμαι κόκκος άμμου
που λαχταράει τον άνεμο
για να τρυπώσει στα μαλλιά σου

είμαι ένα άγγιγμα στα δάχτυλα
ψίθυρος στην κομμένη ανάσα σου
χάδι απαλό στους ώμους
ένα χαμόγελο που ξάφνου αστράφτει
στα μελαγχολικά σου μάτια

στη άκρη της αβύσσου είμαι
το μυστικό αλφάβητο
το κάτι εκείνο και το τίποτα
που αναδύθηκε στο φως
για να ζητήσει τη δική σου αγάπη

αχνό κουρέλι


στο πάτωμα διακρίνω σχήμα ακαθόριστο
ίσως μικρό χαρτί σκισμένο
αχνό κουρέλι
και σκύβω για να το σηκώσω

μα με ξεγέλασε
μια αδέσποτη του ήλιου αχτίδα
που ξέφυγε από τις κουρτίνες
και κάτω εκεί παράξενα
τα δάχτυλα και την παλάμη μου
τώρα φωτίζει

ή μήπως πρόκειται
για την εξαίσια λάμψη εκείνη
στο πρωινό χαμόγελό σου
που γλίστρησε και έπεσε
από τα θαμπωμένα μάτια μου

Ζω


(φωτογραφία: by Ben Goossens)


τη στιγμή που ένα παιδί
στο βλέμμα του σηκώνει
την οδύνη αιώνων

τη στιγμή που το φτερό
με ένα του άγγιγμα
το σίδερο λυγίζει

ζω τη στιγμή
που ακούω εκστατικά
τη μελωδία των χρωμάτων

ζω στο έλεος των θαυμάτων



αίνιγμα



με κάποιο τρόπο μαγικό
η ανάμνηση έχει γίνει προσμονή
κι όλες οι σκονισμένες μέρες μου
έχουν λουστεί στα μάτια σου
αστράφτει η Κυριακή στη γειτονιά
σαν καθαρό πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο

λοιπόν τι να ‘ναι αυτό το ρίγος
αυτή η εξαίσια λάμψη
οι σπίθες στο μισάνοιχτο παράθυρο
το ξεχασμένο άρωμα στο χώμα
η μουσική που πάλι ακούω στο μπαλκόνι μου
τι να ‘ναι αυτό το κόκκινο πουλί
ανάμεσα στα φύλλα
μεθυστικό σαν άνοιξη;

φωνή, ανάσα, ανάλαφρο περπάτημα
ή ξαφνικό χαμόγελο
τι να ‘ναι αυτό το θαύμα;

το ανέκφραστο που εκφράζουν



είναι στιγμές που οι λέξεις δραπετεύουν
από τη σκέψη
από τα χείλη
απ’ τις σελίδες των βιβλίων
και γίνονται ένα μπλε βαθύ
ή της φωτιάς το κόκκινο σε ζωγραφιά
του έρωτα και τ’ ουρανού

άλλοτε πάλι ξαφνικά
το ανέκφραστο που εκφράζουν
γίνεται νότες
μουσική νυχτερινή
σ’ έρημο δρόμο με αρχαίους κυβόλιθους

κανείς δεν ξέρει
ποιον άλλο κόσμο θα συνθέσουν
κανείς δεν τις αναγνωρίζει
καθώς στη νέα τους διάσταση
χαμογελούν
αδιόρατα, ανεπαίσθητα
αινιγματικά

στα μαύρα σύνορα



βαδίσαμε μέρες και μήνες
χρόνια βαδίσαμε σαν μόνο μια στιγμή
μες σε λιβάδια και φαράγγια
και στην πολύβουη ερημιά των πόλεων
κοιτάζοντας τ’ αστέρια ή το χώμα
μα πάντα μέσα στην ομίχλη
ακολουθώντας πάντα τους σταυρούς
που πίσω αφήναμε
πάντα ρωτώντας και μην παίρνοντας απάντηση

φτάσαμε τέλος στα μαύρα σύνορα
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
εκείνον που μας οδηγούσε
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
αν θέλαμε να φύγουμε ή να μείνουμε
και αν θα αφήναμε ή θα βρίσκαμε
μια ξένη χώρα ή την πατρίδα

από τα σύνορα λοιπόν σας γράφω τώρα
αυτές τις μάταιες λέξεις στο σκοτάδι
μόνος μου με τους λίγους που απόμειναν
και τυχερός την τελευταία στιγμή
ένα σπασμένο χέρι που μπορώ
να τους απλώσω ή να κρατήσω

τι


τι σκοτεινό ποτάμι η μνήμη
για να πνιγείς ή ν’ ανασάνεις
ν’ απλώσεις ένα χέρι στο κενό

τι μουσική πάνω στους τάφους
και τι πολύχρωμα φορέματα
τι θρίαμβος της καρδιάς
πικρός

σαν ένα χάραμα με δίχως φως
σαν ένα σούρουπο με δίχως νύχτα
σαν μια ζωή

τι άδειος ουρανός η μνήμη
κόκκινο σύννεφο που πάει να διαλυθεί
και λάμπει

αργά το βράδυ


η μουσική αργοσβήνει
και ξεθωριάζουν
τα χρώματα και οι λάμψεις

με την ανάσα της
στην πέτρα και το σίδερο
η γειτονιά ησυχάζει
κάπου μακριά
μια εξάτμιση πυροβολεί
το προαιώνιο πυκνό σκοτάδι

πίσω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα
είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

οι σκόρπιες ζωγραφιές ψηλά
και οι τυφλές οθόνες αντικρίζουν
ατέλειωτες σειρές βιβλία στα ράφια
μάταιες επικλήσεις
χρόνο ατέλειωτο χωρίς επιστροφή
κι ανάμεσα σε μια γωνιά
εκεί που ένα κορίτσι
ξένοιαστα χαμογελάει στο κάδρο
κι ο τοίχος ανεπαίσθητα ραγίζει
μόνος με βλέμμα αμίλητο
κάθεται ένας άντρας
και θυμάται

είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ

δέος


(Morning Light by Deborah Eileen Burrow)

είσαι η απουσία μου
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα

κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις

είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος

είπε το φως

πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου

μοναχικό πουλί σ' άδειο ουρανό


κανένα όνειρο δεν μένει ατιμώρητο
κανένα ξέφτι από βαθύ γαλάζιο

καράβια ταξιδεύουν σ’ άγνωστα νερά
λιβάδια ανθίζουν
παλιά καινούρια γράμματα
προφέρουν μακρινές φωνές
το μυστικό αλφάβητο του κόσμου

πυκνή ομίχλη μες στο χάραμα
κι ένα μοναχικό πουλί σ’ άδειο ουρανό

(δημοσιεύτηκε στο περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 92, Ιαν. - Μάρτιος 2011)

μια κιμωλία στον μαυροπίνακα

(Θόδωρος Παπαγιάννης, Μάθημα στην τάξη, γλυπτό)

ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου
χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
στη μουσική των λέξεων
έκπληκτος διακρίνω
να αναδύονται γρίφοι και αινίγματα
εκστατικά φωνήεντα
που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει

κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
ανάμεσα στα δάχτυλα του

(δημοσιεύτηκε στο περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 90, Ιαν. - Μάρτ. 2011)

γιατί


χτυπάω όλη τη νύχτα
τη σιδερένια εξώπορτα
περίτεχνη
με τις θαμπές της παραστάσεις
ασήκωτη
με αιώνων μνήμες

χτυπάω όλη τη νύχτα
τόσο που μάτωσαν τα χέρια
ένα-ένα έσπασαν τα δάχτυλά μου

το ξέρω πως δεν μ’ ακούει κανείς
αυτή την ώρα η γειτονιά κοιμάται
κι ούτε ένα δεν φωτίζεται παράθυρο
το ξέρω πως το σπίτι
είναι από χρόνια ακατοίκητο
ερειπωμένο
κανείς δεν περιμένω να μ’ ανοίξει
ούτε κι εκείνα τα φαντάσματα
που ακόμα τριγυρίζουν
ανάμεσα στους γκρεμισμένους τοίχους
που ακόμα λάμπουν
όπως το πρώτο φως το χάραμα

όμως δεν έχω άλλο σπίτι
άλλη πατρίδα
χτυπάω για ν’ ανοίξω εγώ από μέσα

(δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρ. περ. e-poema-eu ..., τεύχ. 12, Σεπτ. 2010)