μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη

αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.

φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει

μ’ αρέσει αυτό το κάτι στη φωνή σου
ήχος αχνός κι εκστατικός
ένα φτερούγισμα που απλώνεται τριγύρω
όπως όταν στο βάθος τ’ ουρανού χαράζει
κι όλα τα άλλα φώτα χαμηλώνουν

μ’ αρέσει αυτό το κόκκινο στις λέξεις σου
θαμπό σαν τη φωτιά μέσα στα χόρτα που έρπει
και φανερώνει ξαφνικά τη λάμψη και το χρώμα της

δρόμος μακρύς κάτω απ’ τα κάστρα
κι είσαι η πλατεία με τις μουσικές στο τέρμα του



είσαι

ένα επιφώνημα
τα μυστικά εξαίσια όργανα
που αιφνίδια θρυμματίζουν τη σιγή

μια λάμψη
που δραπετεύει από τα σύννεφα
οι ιαχές στο γήπεδο
που στιγμιαία διαρρηγνύουν
τις γκρίζες πύλες τ’ ουρανού

είσαι
βαθύ πηγάδι αφύλαχτο
σε ανθισμένη αυλή





τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

ξέφυγε ανεπαίσθητα και πέφτει
διάφανη και λαμπερή σταγόνα
γράμμα αναλφάβητο
τους στίχους ένα- ένα που νοτίζει
μέχρι το σκοτεινό υπόγειο της γραφής

ψηλά τα μάτια σου εκστατικά
τίτλος σε βουρκωμένο ποίημα

έρωτας, 2

χάθηκε η πόλη μες στα φώτα της
κι έπλεε μόνη η βάρκα στ' ανοιχτά.
χαμογελούσε εκείνη
με το πιο βαθύ της θάλασσας.
άρχισε τότε η νύχτα να προφέρει
λέξεις μυστικές, ηδονικές
άρχισε να χιονίζει ο ουρανός
κόκκινα και γαλάζια ξέφτια στα μαλλιά της.
έμεινε εκείνος θαμπωμένος
και η στιγμή ανάμεσά τους κάπου
εκστατική για πάντα

έρωτας

τα χόρτα χάιδευαν τα πόδια της
ο αέρας τα μαλλιά της
η πρωινή δροσιά ριγούσε στη επιδερμίδα της

κι ο ουρανός;

μόλις την είδε στ' ανοιξιάτικο λιβάδι
ο ουρανός
κατέβηκε αργά και μίκρυνε
και έγινε στο χέρι της γαλάζια ομπρέλα

όνειρο

να περπατάς ανάλαφρα
σαν μακρινό τραγούδι
κι όλα ν' ανθίζουν γύρω σου
μες στον μπαχτσέ το σούρουπο
ένας γαλάζιος άνεμος
ν' ανάβει ξαφνικά τα φώτα τ' ουρανού
λόγια δειλά στα φύλλα να σου ψιθυρίζει
τα χρώματα που χάθηκαν
στα μάτια σου εξαίσια ν' αστράφτουν πάλι
σαν άρωμα να σε τυλίγουν μυστικά

να είσαι εκεί όπως παλιά
κι όπως παλιά να μ' αγαπάς

έρημος

ματώνεις ολημέρα στον τροχό

σαν έρθουν τα βαθιά μεσάνυχτα
βάφεις με το αίμα
κόκκινο έναν χαρταετό
και τον υψώνεις με σπασμένα δάχτυλα
στον ουρανό να λάμπει σαν αστέρι

κάθεσαι στο παράθυρο μετά
μακριά τον βλέπεις και δακρύζεις

έτσι γεννιέται τ' όνειρο

δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί


εκεί γεννήθηκε ο πατέρας μου
εκεί ξεψύχισε ο παππούς μου
όμως εγώ
δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί

τα τρένα όταν σφυρίζουν στον σταθμό
φωνές και γλώσσες μυστικές
δεν άκουσα
το αιωνόβιο επιφώνημα των δέντρων
από τις χαραμάδες της αυγής
τα χόρτα όταν νοτίζουν τα αρχαίο λιθόστρωτο

κορίτσια με πολύχρωμα φορέματα
δεν είδα
δεν αγάπησα
τη γειτονιά ν΄αχνίζει μες στο σύθαμπο
ένα λευκό κοπάδι τ' ουρανού
το απέραντο γαλάζιο να ξεφτίζει

δεν γνώρισα ποτέ το Σαλιχλί
δεν πήγα και δεν έφυγα
ποτέ μου δεν ανάσανα το χνώτο του
γιορτάζουν όμως μέσα μου μεθυστικά οι ψυχές
όλες οι μακρινές του μουσικές
τα φώτα

πυκνό βελούδινο σκοτάδι

στην έρημη πλατεία από νωρίς
λυσσομανάει ένας βαρδάρης απροσκύνητος
πυκνό βελούδινο σκοτάδι
σκοτάδι θηλυκό ανεξερεύνητο
στα τζάμια πέφτει τούφες-τούφες
η γειτονιά υποδέχεται βουβή
την άλλη όψη τ΄ουρανού

την ώρα εκείνη που όλα ξεθωριάζουν
από τις χαραμάδες εισχωρούν
και διαγράφονται ολοκάθαρα οι σκιές
προφέρουν ήχους μυστικούς, εκστατικούς
λόγια ανεπαίσθητα
στα έπιπλα τριγύρω απλώνουν
ένα άρωμα
ένα παλιό λησμονημένο χάδι

παράξενα που σβήνει τότε ο πόνος
παράξενα που λάμπει η μνήμη
παράξενα που η νύχτα αστράφτει
μες στο δικό της φως

μοναχικό παιδί κάτω απ' το δέντρο

ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου

αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

Ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζει 10 ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη

Ο Τόλης Νικηφόρου διαβάζει δέκα ποιήματα για τον έρωτα και την αγάπη και τα αφιερώνει στους φίλους του με τις πιο θερμές ευχές για το 2011

τα χρώματα είναι φως

από τις μυστικές πηγές της μνήμης
τα χρώματα εκστατικά στα μάτια σου ανατέλλουν
λάμψεις, ήχοι βελούδινοι
φωνήεντα ενός άλλου κόσμου

εξαίσιο άρωμα
εξαίσιες λέξεις μουσικές
τα χρώματα είναι φως
τα μάτια σου είναι φως
πλάσματα του βυθού
εξόριστη ομορφιά
μέσα απ’ τα δάκρυα που αναζητά τον ουρανό

ερήμωσε απόψε η παραλία


ερήμωσε απόψε η παραλία
χωρίς ν’ ανθίζει ούτε ένα φως
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού.
κι έμειναν μόνα τους τα εφηβικά μας χρόνια
να περιμένουν το πλοίο για την απέναντι ακτή.
Λευκή το λένε πάντα ή Ευδοκία
αστράφτει τώρα μέσα στην ομίχλη
λες κι είναι χάραμα
λες κι είναι εξαίσιος ήχος μυστικός.
και να που ακούγονται φωνές
τραγούδια στο κατάστρωμά του
και να που κόκκινα φορέματα ανεμίζουν
για μια στιγμή η νύχτα πλημμυρίζει φως.

ερήμωσε απόψε η παραλία
και μέσα στο ψιλόβροχο
έμεινε μόνη της η επίκληση στους φανοστάτες
στα ξεχασμένα πρόσωπα
η μάταιη, η αιώνια προσδοκία

θα αγαπηθούμε ατέλειωτα

θα σκοτεινιάσει ο ουρανός στην παραλία
και θα απομείνουν τα σκόρπια φώτα
και η υγρή τους λάμψη στα πλακάκια
η θάλασσα θα ψιθυρίζει ένα παλιό σκοπό
καθώς στο βάθος θα ανατείλει το περπάτημά σου
ένα χαμόγελο ύστερα
το ανεπαίσθητο άρωμα της προσμονής
μια λέξη πριν το άγγιγμά σου

θα αγαπηθούμε ατέλειωτα
εκείνο το θλιμμένο δειλινό ως το χάραμα

σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό

φθινόπωρο
με χρώματα βαθιά, ηδονικά, ανερμήνευτα.
ακούς πως φτερουγίζει ο άνεμος στα κεραμίδια;
γλιστράει από τις χαραμάδες
σφυρίζει ένα νυχτερινό τραγούδι
σκορπίζει κόκκινα πουλιά στον ουρανό.
φθινόπωρο
το φως γίνεται σύννεφο
και στα μαλλιά σου χαμηλώνει μυστικά
ένας θλιμμένος άγγελος
κάθισε δίπλα σου δειλά
και σου κρατάει το χέρι

κόσμος παράξενος

και μαγικός, ανεξιχνίαστος
μέσα στο πράσινο και το βαθύ γαλάζιο του
μέσα στο κόκκινο
που κάποτε τον γέννησε και τον φωτίζει.
να το που ξεπροβάλλει
ντυμένο την ομίχλη τ’ όνειρο
να τη που αναδύεται
μοσχοβολώντας φρέσκο χώμα η απουσία
κι ο άνεμος με μυστικές φωνές και ξεχασμένες.
κόσμος παράξενος και μαγικός
ανεξιχνίαστος στο φως και το σκοτάδι του
κόσμος εκστατικός
στο ελάχιστό του απέραντος

αφιέρωση


στο μυστικό αλφάβητο
που γράφει με ανοιχτά φτερά
ένα θαλασσοπούλι στο γαλάζιο

στο αλμυρό νερό
στις μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα από την ομίχλη στο λιμάνι

στους γερανούς
που υψώνουν τα σπασμένα χέρια τους
μάταιη επίκληση στον ουρανό

στην πολιτεία
που αποπλέει για τ’ όνειρο
με κόκκινα πανιά το ηλιοβασίλεμα

σε όσους κάθονται απέναντι βουβοί
μες στο σκοτάδι και καπνίζουν
και ταξιδεύουν με τα παιδικά τους χρόνια στ’ άστρα

και στη στιγμή που χάνεται
που κρύβεται στα μάτια σου
και λάμπει για να μην δακρύσει

Το μυστικό αλφάβητο (2010)



(το εξώφυλλο της συλλογής)

ο ανεξερεύνητος λόγος της ουτοπίας

πια δεν υπάρχει τόπος
πια δεν υπάρχει χρόνος
πια δεν υπάρχει φως.
για να διαβάσει σιωπηλά το πρώτο θαύμα.
πώς χάθηκαν το ονόματα
πώς έλιωσαν τα μάρμαρα
πώς σκόρπισαν στο τίποτα οι γκρίζες στάχτες.
τα δάκρυα
οι λέξεις
όλα τα χρώματα και οι μουσικές
πώς συμπυκνώθηκαν στην αρχική γαλήνη.
και με μια κόκκινη έκρηξη
πώς κάποτε ακούστηκε
και πάλι ανεξερεύνητος
ο μυστικός λόγος της ουτοπίας


l’ inesplorata parola dell’ utopia

piu non esiste luogo
non esiste piu tempo
luce non esiste piu
per leggere in silenzio il primo miracolo.
come si sono persi i nomi
come i marmi si sono dissolti
come nel nulla si sono disperse le grigie ceneri.
le lacrime
le parole
tutti i colori e le musiche
come si sono condensate nel iniziale quiete.
e in una rossa esplosione
come une volta si udi
ancora inesplorata
la segretta parola dell’ utopia

traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

τα δακρυσμένα μάτια τ' ουρανού

τις νύχτες ανατέλλουν τ’ άστρα
κρυμμένα θαύματα μέσα στο φως
εκπέμπουν μιαν ελπίδα απρόσιτη

τις νύχτες ανατέλλουν οι ψυχές
αόρατες πηγές της μνήμης
στάλες σιωπής σ’ έναν ωκεανό απουσίας

παράξενα τα δακρυσμένα μάτια τ’ ουρανού
καθώς κοιμούνται και θαμπά
μέσα στον ύπνο του ονειρεύεται


i lacrimosi occhi del cielo

nelle notti spuntano le stelle
miracoli nascosti dentro la luce
emettono una speranza impraticabile

nelle notti spuntano le anime
fonti invisibili della memoria
stille di silenzio in un oceano di assenza

strani i lacrimosi occhi del cielo
mentre dorme e opacamente
nel sonno sogna


traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο

παρόλα όσα ισχυρίζεται η αρχή
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο.
χωρίς ωραία ενδύματα
το σώμα αναγνωρίζει την αλήθεια του
με τη λευκή σημαία της
η οθόνη άνευ όρων παραδίδεται
στον θεατή που έχει ήδη αποχωρήσει.
το τέλος είναι πάντοτε θλιμμένο
ενώ και πάλι μυστικά
τα χρώματα στην άδεια οθόνη αναδύονται.


la fine e sempre triste

malgrado tutto cie che asserisce il principio
la fine e sempre triste.
privo di begli indumenti
il corpo riconosce la propria verita
lo schermo con suo vessillo bianco
si abandona incondizionatamente allo spettatore
che s’ e gia allontanato.
la fine e sempre triste
mentre ancora I segreti colori
emergono sullo schermo vuoto

traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

εξαίσια άνθη του νερού


άδειασε η μέρα
έσβησε η πίκρα της ζωής
κοιμούνται τώρα εκείνοι κι ονειρεύονται
σε μυστικά λιβάδια τ’ ουρανού
εκείνοι τώρα ταξιδεύουν
σε σήραγγες ανεξερεύνητες της απουσίας
παιδιά που ξαναγύρισαν σε χώρα μαγική
μάτια που ψιθυρίζουν
χιλιάδες χρώματα μέσα στο φως
άνθη της μνήμης
εξαίσια άνθη του νερού


squisiti fiori dell’ acqua

s’ e svuotata la giornata
s’ e spenta l’ amarezza della vita
adesso quelli dormono e sognano
in segreti pascoli del cielo
quelli adesso viaggiano
in gallerie inesplorate dell’ assenza
raggazi tornati ad un paese incantato
ochi che pispigliano
migliaia di colori dentro la luce
fiori della memoria
squisisti fiori dell’ acqua

traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

και πάλι στα κρυφά ανθίζει ο κόσμος


στα κρεμασμένα ρούχα ξεστρατίζουν
αχτίδες του ήλιου και η δροσιά
των δέντρων που δειλά αναθρώσκει
στο φως μικρές αυλές απλώνουν
χρώματα κι ευωδιές, παιχνίδια
χορταριασμένη απλώνουν τη γαλήνη τους
κάτω απ' το πίσω μου μπαλκόνι

είναι μια μέρα καθημερινή
και είναι σαν να λείπουν όλοι
και όμως σαν είναι όλοι εκεί

γελιέμαι ή μήπως πάλι στα κρυφά
ανθίζει ο κόσμος;


nuovamente di nascosto fiorisce il mondo

sui vestiti appesi sviano
raggi di sole e la rugiada
degli alberi che timida s’ inalza
nella luce piccoli cortili diffondono
colori e profumi, giochi
stendono la loro serenita erbosa
sotto il mio balcone

e un giorno quotidiano
ed e come se tutti fossero assenti
eppur come se fossero tutti li

m’ inganno o fosse nuovamente di nascosto
fiorisce il mondo?

traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

βαθύ γαλάζιο, κοίταξέ με

το κάποτε είσαι στην απέναντι ακτή
γεύση και άγγιγμα, ανώνυμη αίσθηση
θαμπό φτερούγισμα και πρώτη λάμψη
κάτι απρόσιτο, κάτι ελάχιστο που δεν ενδίδει

ελάχιστο κι απρόσιτο
βαθύ γαλάζιο, κοίταξέ με
λέξη ανείπωτη στον άνεμο του χρόνου
πάνω απ' τη θάλασσα να διαλυθώ μαζί σου
σαν ατμός


profondo blu, guardami

sei l' "una volta" sulla riva di fronte
sapore e tatto, anonima sensazione
opaco battito d' ali e primo lampo
un che d' impervio, di minimo che non si piega

minimo e impervio
profondo blu, guardami
indicibile parola nel vento del tempo
sopra il mare dissolvermi insieme a te
come vapore

traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

και ούτε καν γνωρίζει τ' όνομά της


υπάρχουν, είπε, μυριάδες ενοχές
η αθωότητα όμως είναι μία
μία και μόνη στη δική της χώρα
και ούτε καν γνωρίζει τ‘ όνομά της
έκθαμβη μέσα στα θηρία περιφέρεται
όλα τα βλέπει
όλα τα ανέχεται
σ’ όλα σκορπίζει το δικό της φως
φως ολοφάνερο και μυστικό
που σβήνει και δεν χάνεται
με χίλια χρώματα λευκό
απορημένο φως

μικρό μου χειμωνιάτικο πουλί
ανυπεράσπιστο τραγούδι τ’ ουρανού


e neanche il proprio nome conosce

esistono – disse – miriadi di colpe
l’ innocenza pero e unica
unica e sola nel suo paese
e neanche il proprio nome conosce
in mezzo alle belve attonita va e viene
vede ogni cosa
tollera ogni cosa
su ogni cosa sparge la sua luce
palese e mistica luce
che si spegne ma non sparisce
in mille colori candida
stupefatta luce

mio piccolo uccello invernale
indifesa conzone del cielo


traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

με λάμψεις κίτρινες φωτίζει

με λάμψεις κίτρινες φωτίζει
τον κόσμο της η επουράνια τίγρη
φωτίζει τα παιδιά κάτω απ’ το γκρίζο ατσάλι
ή μέσα στα χαλάσματα
πέρα απ’ τις άκρες των ματιών μας
πιο σιωπηλά απ’ την έρημο
πιο άδεια από τον ουρανό

φωτίζει λέξεις κίτρινες
λέξεις σε αποφάσεις, διακηρύξεις
ωραίες λέξεις σε ποιήματα

με λάμψεις κίτρινες φωτίζει
τον κόσμο της η επουράνια τίγρη
άδικο, άτιμο, ανελέητο
έναν κόσμο δίκαια καταδικασμένο


illumina con lampi giali

illumina con lampi giali
il suo universo la tigre celeste
illunima i bambini sotto l’ acciaio grigio
o dentro le macerie
oltre alla coda dei nostri occhi
piu silenziosa del deserto
piu deserta del cielo

illumina parole gialle
parole in sentenze, proclami
belle parole in poesie

con lampi gialli illumina
il suo universo la celeste tigre
ingiusto, infame, spietato
un mondo giustamente condannato

traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

μοναχικός λύκος αναζητά ουρανό

αυτόν που κρύβει η νύχτα στα ψηλώματα
απ' το γαλάζιο βλέμμα του

όρθιος σε χιόνι απάτητο
αναζητά βουνίσιο πέρασμα
να ξεδιψάσει με το πρώτο φως

μαύρη σιγή
λευκή σιγή απροσπέλαστη
και το αίμα του που στάζει αργά
κόκκινο ως το χάραμα
αίμα του λύκου σαν το φως
το μακρινό εκείνο
μάταιο φως


lupo solitario ricerca cielo

quello che la notte nasconde sulle alture
al suo squardo azzurro

dritto sopra neve intatta
ricerca montano passaggio
a dissetarsi con la prima luce

oscuro silenzio
bianco silenzio inaccessibile
e il suo sangue che stilla poco a poco
rosso fino all' albeggiar
sangue di lupo come la luce
quella remota
inutile luce

traduzione di Crescenzio Sangiglio
da Segretti e miracoli, 2007,
La clessidra, semestrale di cultura letteraria, 2/2007

ούτε ένα ξέφτι απ' το χαμόγελό σου

Photobucket

μου λείπει η άνοιξη
η άνοιξη μετά βαρύ χειμώνα
που πλημμυρίζει τον αέρα φτερουγίσματα
το φως μου λείπει
απ' τα γαλάζια μάτια σου
τις επτασφράγιστες τώρα μητέρα
πύλες του κόσμου

μου λείπει τ' όνομά μου στα δικά σου χείλη
αυτά που μόνο εσύ για μένα ήξερες

τώρα δεν μένει τίποτα
ούτε το θρόισμα από το φόρεμά σου
μια νότα απ' τη φωνή σου
μικρό ένα ξέφτι απ' το χαμόγελό σου
τώρα δεν μένει
παρά να σκεπαστώ μ' αυτό το τίποτα
και στο κενό βουβός να βλέπω
κάποιον που θάλεγες πώς είμαι εγώ
σαν τον χλωμό αντικατοπτρισμό
μιας παιδικής φωτογραφίας σου


Neppure un piccolo accenno del tuo sorriso

Mi manca la primavera
la primavera dopo un freddo inverno
che invade l' aria con battiti d' ali
Mi manca la luce
dai tuoi occhi azzurri
serrati sette volte adesso madre
porte del mondo.

Mi manca il mio nome sulle tue labbra
quelle cose che solo tu conoscevi di me

Ora non rimane nulla
neanche il fruscio del tuo vestito
una nota dalla tua voce
un piccolo accenno dal tuo sorriso
ora non resta
che comprirmi con questo nulla
e nel vuoto silenzioso vedere
qualcuno che diresti che sono io
come il pallido riflesso
di una tua fotografia giovanile

traduzione di prof. Constantinos Nicas,
Istituto Universitario Orientale, Napoli
da “Paesi stranieri”, 1991