μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη

αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.

γράμμα



στην Ισιδώρα

συγχώρα με για τον βαρύ χειμώνα
σου αναγγέλλω την επιστροφή των πελαργών
και σου χαρίζω δυο μικρά ποιήματα
να στροβιλίζονται στον κήπο σου
σαν ανοιξιάτικες νιφάδες
είσαι καλά;


letter

to Isadora

forgive me for the heavy winter
I now announce the storks' return
and send you two little poems
to swirl round in your garden
like spring snowflakes
are you all right?

translated by Tolis Nikiforou from Pilot to the Infinite, 1986

Ελλάδα 1979

με το αίμα μου σε ιστορώ πατρίδα μου

πολιτείες παραδομένες στο μπετόν
δρόμοι σημαδεμένοι με ξενικές επιγραφές
κάθε οικοδομή και μια τράπεζα
κάθε γωνιά κι ένα φροντιστήριο
κάθε διαμέρισμα κι ένα διαφθορείο
οι νέοι με τα μηχανάκια
τα αυτοκίνητα στο πεζοδρόμιο
αναρίθμητα ξενοδοχεία και υπηρέτες
εκτρώσεις σε ιδιωτικά ιατρεία
οι άρρωστοι στους διαδρόμους των νοσοκομείων
δεκατρείς χιλιάδες δικηγόροι στην πρωτεύουσα
και οι εργολάβοι σε απεργία
με παγάκια και ξηρούς καρπούς
προδότες που δοξολογούνται
δοσίλογοι που αμείβονται
χαφιέδες που καταχωρούν τα ίχνη της αγωνίας μας

στο καφενείο του χωριού ο λαός περιμένει
πριν και μετά τις διαφημίσεις
το επόμενο έμβασμα του μετανάστη
το επόμενο αστυνομικό σήριαλ
την επόμενη μοναδική διέξοδο
κοινή ευρωπαϊκή εξαγορά

τα ψάρια νεκρά
ο αέρας μαύρος
η γη πουλημένη
ελεύθερο αστικό καθεστώς και ιδιωτική πρωτοβουλία

κι η ελιά να γαντζώνεται με πείσμα
ν' απλώνει παλάμες σ' έναν απίστευτα γαλάζιο ουρανό
αιώνες τώρα
και τα πεύκα να χαϊδεύουν τη θάλασσα

πατρίδα μου
το μεγαλείο σου τέλος δεν έχει


Hellas 1979

my homeland, with blood I write your history

cities surrendered to concrete
streets scarred with foreign signs
in every building a bank
in every corner a school of foreign languages
every apartment a place of corruption
wild kids on mopeds
cars on the sidewalks
uncounted hotels and servants
abortions in private offices
sick people in the halls of hospitals
thirteen thousand lawyers in Athens
drinks on the rocks and roasted nuts
contractors on strike
traitors praised
collaborators rewarded
narks recording the tracks of our agony

before the commercials and after
people wait at the cafe in the village
for the immigrant's next money order
for the next serial cop show
for the next exclusive outlet
for the common european buy-out

the fish are dead
the air is black
the land is sold up
bourgeois status quo and free enterprise

and the olive tree grappling stubbornly
palms branching toward an incredible blue sky
for centuries
and the pines caressing the sea

my homeland
there is no end to your grandeur

Translated by Domna Pastourmatzi and Michael Mott
from Tolis Nikiforou, Me ti Fotia sta Matia (With the Fire
in the Eyes), 1982, Displacements, International Quarterly,
Volume 2, No. 4, 1996.

Λονδίνο 1967 - 1971




ονειρεμένη πολιτεία του βορρά
ντυμένη τα βουβά σου χρώματα
μέσα σε μαγικές φωνές που προσκαλούν
μέσα σε στάλες καθημερινής βροχής

χρόνια που έζησα στη χαμηλή σοφίτα
περιπλανήθηκα στις γειτονιές σου
είδα τους κρόκους να ανθίζουν μέσα στο χιόνι
μέθυσα με το άρωμα των κοριτσιών σου

πλατείες που έχουν κατακτήσει τη γαλήνη
με γύρω τους τα σπίτια του παραμυθιού
απέραντοι κήποι και σκοτεινά παλάτια
βικτωριανά μέγαρα

απίστευτη πόλη
με το χαμόγελο στο πρόσωπο του αστυφύλακα
λεωφορεία κόκκινα με μυθικούς προορισμούς
πόλη της απεργίας
ράθυμη όπως το ποτάμι σου
με τη κατάλεπτη επιδερμίδα της ηδονής

παγκόσμια πόλη
με τις χιλιάδες εκδοχές της ίδιας γλώσσας
με τα χιλιάδες πρόσωπα του ίδιου ανθρώπου
με τις χιλιάδες εκκλησιές της ίδιας πλάνης

πόλη που έμαθες να ζεις χωρίς το πάθος
που κρύβεις με στοργή τα λάφυρά σου
στις αίθουσες των μεσαιωνικών κτιρίων
πόλη που κατορθώνεις να φιλοξενείς
και την υπεροψία των αγραμμάτων
και την ελπίδα των κατατρεγμένων

γυναίκες με παράξενα καπέλα
η μυρωδιά του καπνού και του ξύλου
το ευχαριστώ σε κάθε φράση
οι ανεξήγητες επιγραφές
και τα πολύβουα καπηλειά με τη ζεστή τους μπύρα

γυρίζεις κάθε τόσο πολιτεία του βορρά
και φανερώνεσαι χλωμή στον ύπνο μου
λουσμένη στο αβέβαιό σου φως
ποτέ, ποτέ, ποτέ δική μου


London 1967-1971

dreamy city of the North
dressed in your mute colors
your magic enticing voices
heard amid drops of everyday rain

for years I lived in a low attic
wandered in your neighbourhoods
saw the crocus blossom in the snow
got drunk on the aroma of your girls

squares in peace they have conquered
surrounded by fairy tale houses
vast gardes and dark palaces
victorian mansions

incredible city
with a smile on the policeman's face
red buses with destinations from myths
city of strikes
indolent as the Thames
city with a fine skin of sensuality

universal city
with a thousand versions of the same language
with a thousand faces of the same person
with a thousand churches of the same deceit

city that has learnt to live without passion
you hide your spoils with affection
in the halls of medieval buildings
city that has been successful in welcoming
both the arrogance of the ignorant
and the aspirations of the persecuted

women with strange hats
the scent of tobacco and wood
a ¨thank you¨ in every encounter
the inexplicable signs
the boisterous alehouses and warm beer

you return often, city of the North
you appear pale in my sleep
bathed in your uncertain light
but never, never, never mine.

Translated by Domna Pastourmatzi and Michael Mott
from Tolis Nikiforou, Me ti Fotia sta Matia (With the
Fire in the Eyes), 1982, Displacements, International
Quarterly, Volume 2, No. 4, 1996.

μεταγγίζει σε λέξεις το φως

ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος
ρώτησε στο δωμάτιο η πλαστική γοργόνα
είναι ξέρετε ο τελευταίος ποιητής
ένα χαρούμενο παιδί με θλιμμένα μάτια
μια πνοή του απείρου σε ανθρώπινη σάρκα
ένα άγγιγμα παρήγορο της γης
απλωμένος είναι στα πόδια του ο ήλιος
οι λεπτότερες χορδές της ζωής μου
ένας κόσμος γαλάζια παιχνίδια

ο βασιλιάς Αλέξανδρος ζει
γνωρίζω τα δάχτυλα και τη φωνή του
διαγράφει αόρατα σχήματα
μεταγγίζει σε λέξεις το φως


A Transfusion of Light into Words

King Alexander's alive?
asked the plastic mermaid in the room
everyone knows he's the last poet
a joyful child with sad eyes
an immortal spark in human flesh
a consoling touch of the earth
prostate at his feet lies the sun
my life on the slimmest thread
a world full of sky blue toys.

King Alexander is alive
I know his fingers and his voice
he traces invisible shapes
transfuses the light into words

Translated by Michael Mott and Domna Pastourmatzi
from Tolis Nikforou, Me ti Fotia sta Matia (With the Fire
in the Eyes), 1982, Balkan Visions, Visions International
No. 48, 1995.

η μόνη ανθρώπινη φωνή



ας έλεγε ο Αντώνιος
τα τραύματα του Καίσαρα
πως ήταν στόματα βουβά
στην εποχή μας οι πληγές
συνθέτουν μουσική
και γράφουν στίχους
είναι η μόνη ανθρώπινη φωνή
ενώ βουβοί οι δολοφόνοι
μονότονα ακονίζουν το μαχαίρι


The Only Human Voice

Let Anthony claim
that Caesar's gashes
were mute mouths
in our days wounds
compose music
and write verse
they are the only human voice
while monotonously
without speaking
murderers grind their knives

Translated by Michael Mott and Domna Pastourmatzi
from Tolis Nikforou, Me ti Fotia sta Matia (With the Fire
in the Eyes), 1982, Balkan Visions, Visions International
No. 48, 1995.

χειμωνιάτικος ήλιος, 2



όπως ψηλά οι γκρίζες στέγες των σπιτιών
φωτίζονται νοσταλγικά
από τον ήλιο του χειμώνα
ακόμα βουτηγμένες στη βροχή

όπως το μακρινό βουνό
υψώνεται και αιωρείται πάνω στη θάλασσα
σχεδόν αγγίζει την ακτή
μέσα στη διαφάνεια του πρωινού αέρα

όπως τα μάτια της γάτας
ανθίζουν με μικρές φωτιές τη νύχτα
έτσι και το χαμόγελό σου μπουμπουκιάζει
ανάμεσα στους τοίχους και την άσφαλτο

είσαι ένα φύλλο πράσινο
με φλέβες νοτισμένες από τη βραδινή δροσιά
μια κίνηση ανάλαφρη που ζωντανεύει τη χαρά
ένα γλυκό του κουταλιού
ένα νερό στον δίσκο της γιαγιάς
μέσα στην κάτασπρη αυλή της συνοικίας

από τη συλλογή Ελεύθερος σκοπευτής, 1982


Winter Sun, 2

As, up high, the grey roofs of the houses
still drenched with rain
are lit nostalgically
by the winter sun

as the distant mountain
rises and hangs above the sea
nearly touching the shore
in the transparency of the morning air

as the eyes of the cat
make the night bloom with small fires
so also does your smile blossom
between the walls and the asphalt road.

You are a green leaf
with veins damp from the evening dew
a subtle gesture that revives joy
a spoonful of sweet preserve
a glass of water on grandma's tray
in the gleaming neighbourhood courtyard.

translated by Savas Patsalidis and Mark Plourde,
published in The Amaranth, Bulletin No. 5 (1983)
of the Modern Greek Study Program, University
of Toronto

ανεξακρίβωτο ιπτάμενο αντικείμενο



στον Βασίλη

αλκυόνες με περίλαμπρα χρώματα
οι μακρινοί μου πρόγονοι
ένα σμήνος με εξόριστα φτερά
από τον άγνωστο γαλαξία
μεσουράνησαν στη μεγάλη σκοτεινιά
έτη και έτη φωτός
κρατώντας τον σπόρο της δημιουργίας
σφιχτά στο ράμφος

κι έρχομαι σήμερα εγώ
με αίμα και φως να σας μιλήσω
με των θαυμάτων τα λίγα ψίχουλα
θανάσιμα τοξεύω την καρδιά σας
έρχομαι σήμερα εγώ να ζωγραφίσω
ένα φανταστικό πουλί στο μέτωπό σας


U.F.O.
to Vasilis

Halcyons with resplendent colors
my distant ancestors
a flock of birds with wings exiled
from the unknown galaxy
soared in the great darkness
for light years and years
holding the seed of creation
firmly in their beak

and I come today
to speak to you with blood and light
I shoot deadly arrows into your heart
with the few crumbs from the miracles
today I come to paint
an imaginary bird on your forehead.

Translated by Savvas Patsalidis and Mark Plourde
from Tolis Nikiforou, Me ti Fotia sta Matia (With the Fire
in the Eyes), 1982, The Amaranth, Bulletin No. 5 (1983)
of the Modern Greek Studies Program, University of Toronto.

γυμνή ν' ακούγεται ακέραια η ψυχή



γράφοντας
υποστέλλω μία μία τις λέξεις
τα χρώματα αφαιρώ
τις μουσικές
στο χάος τον κόσμο απλώνω
σαν λευκό χαρτί
ν' ακούγεται στο τίποτα
ένα σήμαντρο
ν' ακούγεται
ένα φως μες στην ομίχλη
γυμνή ν' ακούγεται
ακέραια η ψυχή

είναι τοπίο μυστικό

με το ποίημα αυτό εύχομαι
μια δημιουργική χρονιά
στους φίλους μου

όπως σε γυάλινη επιφάνεια
σκορπίζεται άνυδρη η ψυχή
το ποίημα δεν είναι λέξεις
δεν είναι σύμβολα με το μελάνι στο χαρτί.
το ποίημα είναι πλάσμα ζωντανό
που ελλοχεύει μέσα στην ομίχλη
είναι τοπίο μυστικό
που ξαφνικά αναδύεται στο φως.
όταν πουλί γεννιέται το βαθύ γαλάζιο
και άστρο το κόκκινο στον ουρανό

το χώμα παραμένει χώμα



το χώμα σιωπηλά συνθέτει
τα μαγικά του κόσμου.
πουλιά κρυμμένα στα φυλλώματα
το ρίγος στην επιδερμίδα σου
πάνω απ' τα θαμπωμένα μάτια μας
αστέρια.
όμως το χώμα παραμένει χώμα.
το φως που πρόσκαιρα αναδύεται
στο χώμα πάντοτε επιστρέφει.
στο χώμα καταφεύγει η μνήμη
και χάνονται τα ονόματα,
στο χώμα πάλι ανθίζουν
τα μυστικά του κόσμου

το χαρούμενο ποίημα



έπεσε σαν νιφάδα από τον ουρανό
και στροβιλίστηκε στα μάτια των παιδιών

μα τι γυρεύει ένα ποίημα χαρούμενο
σ' αυτόν τον λυπημένο κόσμο;
και τι γυρεύει ένας κόσμος λυπημένος
σ' αυτό το χαρούμενο ποίημα;

τίποτα δεν γυρεύουν
δεν έμαθαν ποτέ γραφή και ανάγνωση

με λάμψεις κίτρινες φωτίζει

με λάμψεις κίτρινες φωτίζει
τον κόσμο της η επουράνια τίγρη
φωτίζει τα παιδιά κάτω απ' το γκρίζο ατσάλι
ή μέσα στα χαλάσματα
πέρα απ' τις άκρες των ματιών μας
πιο σιωπηλά απ' την έρημο
πιο άδεια από τον ουρανό

φωτίζει λέξεις κίτρινες
λέξεις σε αποφάσεις, διακηρύξεις
ωραίες λέξεις σε ποιήματα

με λάμψεις κίτρινες φωτίζει
τον κόσμο της η επουράνια τίγρη
άδικο, άτιμο, ανελέητο
ένα κόσμο δίκαια καταδικασμένο

πράσινα αινίγματα στο φως



αν ήταν ξαφνικό φτερούγισμα οι λέξεις
και απαλή σκιά
στα κουρασμένα βλέφαρα του οδοιπόρου
κι ακόμη αν ήταν
ήχος και λάμψη
πράσινη επίκληση της γης στον ουρανό
λέξεις κοινές
κι όμως εκστατικές σαν θαύμα
τότε θα έγραφα ένα μικρό τραγούδι
να ψιθυρίζει και ν’ αστράφτει
στα δέντρα όπως τα φύλλα

θα έγραφα ένα βελούδινο άγγιγμα
αινίγματα και μυστικά στο φως

με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως



δρόμος στο χρώμα της νυχτερινής σιγής
και ο διαβάτης μόνος
πυκνή βροχή πίσω απ' τους φράχτες
το όρθιο μαυροπράσινο των δέντρων
προαύλια έρημα, γυμνά παράθυρα
κι οι φανοστάτες ηττημένοι απ' το σκοτάδι
και ξαφνικά
μια εξώπορτα ανοίγει ξαφνικά
με χίλια χρώματα το φως
στο πρόσωπό της λάμπει κι ονειρεύεται

ναι, τόσο απλά
εκείνη, ο διαβάτης, άλλο τίποτα
με χίλια χρώματα ονειρεύεται το φως

ραμφίζει μάταια την παγωνιά



μνήμη Τάσου Σταϊκόπουλου

χειμώνας
τ' αστέρια ανελέητα μακρινά
οι κορυφές των πεύκων σκορπίζουν
ένα γκρίζο τίποτα στο χώμα
κι είναι η ψυχή μας σπουργίτι
που ραμφίζει μάταια την παγωνιά

στην καφετέρια θαμπώνει ο κόσμος
θαμπώνουν οι φωνές
η άδεια καρέκλα στο τραπέζι
κι εμείς τριγύρω
θαμπώνει τ' όνομά σου
κάτω η πόλη
όλα όσα ζήσαμε μαζί

παράξενα η μνήμη
θαμπώνει με το χνώτο της τα μάτια
μιαν άδεια Κυριακή

αντίο φίλε

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο του κόσμου



μην φύγεις
ξαναγύρισε
εγώ εδώ θα 'μαι να σε περιμένω

μικρό, ελάχιστο, ανοιξιάτικο
φτερούγισμα σε παγωμένους δρόμους
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
όνειρο στην ψυχή του κόσμου

κι αν γίνω στάχτη μες στη φλόγα μου
ατμός πάνω από ξένη θάλασσα
χόρτο που ψιθυρίζει μυστικά στον άνεμο
χρώμα βαθύ όταν δακρύζει ο ουρανός

κι αν φύγεις
και ποτέ σου δεν ξαναγυρίσεις
εγώ εδώ θα 'μαι να σε περιμένω

και ούτε καν γνωρίζει τ' όνομά της



υπάρχουν, είπε, μυριάδες ενοχές
η αθωότητα όμως είναι μία
μία και μόνη στη δική της χώρα
και ούτε καν γνωρίζει τ' όνομά της
έκθαμβη μέσα στα θηρία περιφέρεται
όλα τα βλέπει
όλα τα ανέχεται
σ' όλα σκορπίζει το δικό της φως
φως ολοφάνερο και μυστικό
που σβήνει και δεν χάνεται
με χίλια χρώματα λευκό
απορημένο φως

μικρό μου χειμωνιάτικο πουλί
ανυπεράσπιστο τραγούδι τ' ουρανού

Χρόνια πολλά Τόλη!

Το ποίημα "αμετανόητες λέξεις" από τη συλλογή "το διπλό άλφα της αγάπης" (1994) μπαίνει εδώ ένθετο, ως ένα μικρό δώρο γενεθλίων στον Τόλη, μιας και είναι το αγαπημένο του ποιητή...






Τόλη σ΄ευχαριστούμε για τις αμετανόητες λέξεις σου που μας τις προσφέρεις απλόχερα...
για την αγάπη, για το φως, για τα θαύματα...

λεξικό συνωνύμων




τόσες φορές που σε ξεφύλλισα μες στις παλάμες μου
ντύθηκες πια τη δική μου επιδερμίδα
τόσες φορές που σε χαϊδέψανε τα μάτια μου
έχεις πια πάρει κάτι από το μπλε.
φτάσαμε εδώ που φτάσαμε μαζί
ουλές και τραύματα εσύ χαρτί από ξύλο
ουλές και τραύματα εγώ μολύβι από ψυχή
λέξεις από μελάνι εσύ
εγώ από δίψα.
κι έτσι όπως γέρνεις δίπλα μου βουβό
και περιμένεις στωικά τη σκέψη μου
αρχίζω πάλι να ρωτάω για την παλιά μας λάμψη
αρχίζω πάλι μέσα σου ν' αναζητώ το φως

ν' ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα



αφιερώνεται στη Τζούλια Φορτούνη, την αγαπημένη
μας Μωβ του διαδικτύου, για την ανεκτίμητη βοήθειά
της και για τα σημερινά της γενέθλια, με ιδιαίτερη φιλία
και εκτίμηση. χρόνια πολλά, Τζούλια.

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
και να χαμογελάει μια γλάστρα στο μπαλκόνι
αργά μες στο ψιλόβροχο να ξημερώνει Κυριακή

το χώμα να μυρίζει γειτονιά
και ο ταμπλάς ξεροψημένο σάμαλι
ένας χαρταετός να υψώνεται πάνω απ’ τα κάστρα

νωχελικά να κατεβαίνεις την Αριστοτέλους
να κάθεσαι σε καφενείο της παραλίας
πίσω απ’ τα τζάμια να ρουφάς
αργά, πολύ αργά τον τούρκικο
και να καπνίζεις ένα, δύο, τρία τσιγάρα
με τον καπνό να σε τυλίγει σαν ομίχλη
κοιτάζοντας τα ψαροκάικα και πιο βαθιά τη θάλασσα

ν’ ακούγεται από μακριά μια φυσαρμόνικα
χρώματα σκοτεινά να αναδύονται στο φως
να ονειρεύεσαι ταξίδια

και πάλι στα κρυφά ανθίζει ο κόσμος



στα κρεμασμένα ρούχα ξεστρατίζουν
αχτίδες του ήλιου και η δροσιά
των δέντρων που δειλά αναθρώσκει
στο φως μικρές αυλές απλώνουν
χρώματα κι ευωδιές, παιχνίδια
χορταριασμένη απλώνουν τη γαλήνη τους
κάτω απ' το πίσω μου μπαλκόνι

είναι μια μέρα καθημερινή
και είναι σαν να λείπουν όλοι
και όμως σαν να είναι όλοι εκεί

γελιέμαι ή μήπως πάλι στα κρυφά
ανθίζει ο κόσμος;

εξαίσια άνθη του νερού



άδειασε η μέρα
έσβησε η πίκρα της ζωής.
κοιμούνται τώρα εκείνοι κι ονειρεύονται
σε μυστικά λιβάδια τ’ ουρανού.
εκείνοι τώρα ταξιδεύουν
σε σήραγγες ανεξερεύνητες της απουσίας.
παιδιά που ξαναγύρισαν σε χώρα μαγική
μάτια που ψιθυρίζουν χιλιάδες χρώματα
μέσα στο φως
άνθη της μνήμης
εξαίσια άνθη του νερού

ο μυστικός κήπος



κλείνουν τις πόρτες, τα παράθυρα
βουλώνουν με κουρέλια κάθε χαραμάδα
κι ενώ στα σκεύη στην κουζίνα ηχούν
και το διπλό κρεβάτι τρίζει
ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο

ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο μυστικά
μεταμορφώνεται σε πουπουλένιο στρώμα
τα φύλλα και τα πράσινα κλαριά
γίνονται επιδερμίδα, χείλη
γίνονται κεντημένα μαξιλάρια

με τα λουλούδια και τα σιντριβάνια του
με χώμα μυρωμένο, αφράτο
ανθίζει ο κήπος στο δωμάτιο
τα γκρίζα πρόσωπα μιας άλλης εποχής
θυμούνται και παράξενα φωτίζονται
στου τοίχου τις παλιές φωτογραφίες

ο κήπος κατακτά και παραδίδεται
εξερευνά κι ανακαλύπτει
με χίλιες δυο κραυγές, επιφωνήματα
με αναστεναγμούς και βογκητά
ως το μακρόσυρτο αχ και τη σιγή του τέλους

όλα τριγύρω είναι καθημερινά
κι όμως ο κήπος μπαίνει στο δωμάτιο
ο προαιώνιος κήπος
από το τίποτα σαν θαύμα ξαφνικά

οικόσημο του χρόνου το αγριόχορτο




παραθυρόφυλλα κλειστά στο φως
ένας εξώστης που λυγίζει
κάτω από παιδικές φωνές
κάτω απ’ τη μνήμη της χαράς
στα σάπια ξύλα του.
ξεθωριασμένα χρώματα
στους τοίχους και τα κεραμίδια
και στη ρωγμή φυτρώνει
οικόσημο του χρόνου το αγριόχορτο.
το αρχοντικό της νιότης πέτρωσε
κι η περηφάνια τώρα σιωπηλά
ιστορεί τη θλίψη της στον ουρανό.
απέναντι ο αιωνόβιος πλάτανος
το γκρίζο αμίλητο
κι ένας διαβάτης βιαστικός στο χιόνι

δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός



μέσα στις στάχτες μου ενεδρεύεις
που εγώ σκαλίζω μάταια με τις λέξεις
δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός.
είτε μιλήσω, είτε σιγήσω
θα 'μαι για πάντα σιωπηλός, το ξέρω.
είτε γελάσω, είτε δακρύσω
θα 'μαι για πάντα μόνος.
μόνος λοιπόν και σιωπηλός
τηρώ τις προαιώνιες εντολές
αναζητώ μια χώρα απρόσιτη
δακρύζοντας κάθε φορά τυφλός

μοναχικός λύκος αναζητά ουρανό

αυτόν που κρύβει η νύχτα στα ψηλώματα
απ' το γαλάζιο βλέμμα του

όρθιος σε χιόνι απάτητο
αναζητά βουνίσιο πέρασμα
να ξεδιψάσει με το πρώτο φως

μαύρη σιγή
λευκή σιγή απροσπέλαστη
και το αίμα του που στάζει αργά
κόκκινο ως το χάραμα
αίμα του λύκου σαν το φως
το μακρινό εκείνο
μάταιο φως

στις πράσινες κερκίδες τ' ουρανού



το βλέμμα μου κι η καλοκαιρινή σιωπή
το απομεσήμερο κάτω απ' τις λεύκες
ήχος ξερός των φύλλων στην πνοή του ανέμου
σαν αραιά χειροκροτήματα
στις πράσινες κερκίδες τ' ουρανού

κι έπειτα, ξαφνικά, το κόκκινό σου φόρεμα
σημαία και λάμψη, εμβατήριο
συμπυκνωμένο φως
και η στιγμή με την κομμένη ανάσα της

κόσμος της τίγρης, κόσμος του χαμού



ένα σπουργίτι στην ξερή μου γλάστρα
και η γυναίκα έρημη πίσω απ' το χνώτο της
στο απέναντι μπαλκόνι
παράθυρα κλειστά και παγωμένο χώμα
γυμνό σκοτάδι από ψηλά στα τζάμια
χειμώνας άτεγκτος
που δεν παρηγορεί, δεν ψεύδεται
κόσμος της τίγρης, κόσμος του χαμού
πόνος από τον ουρανό ως την άσφαλτο
και θάνατος
θάνατος που χορεύει στο κενό
και στροβιλίζεται
ποιος ζωγραφίζει θαύματα πάνω στους τάφους
ποιος είναι εκείνος
που μας δίδαξε όλες τις ερωτήσεις
και καμία απάντηση
σαν έντομα ποιος στις σελίδες καρφωμένους
μας περιεργάζεται
κόσμος της τίγρης, κόσμος του χαμού
όρθια δέντρα και τυφλά βήματα στο πλακόστρωτο
ριπές ανέμου
φώτα που ανάβουν δω κι εκεί στη γειτονιά
απορημένα
ψυχές μέσα στο δέος της νύχτας
που ονειρεύονται

σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό



να ξαναγεννηθούμε
με το δικό σου χάραμα ν' ανθίσει ο κόσμος

να ξαναγεννηθούμε
σύννεφο εσύ κόκκινο στον ουρανό
άγγιγμα και ταξίδι εγώ σαν άνεμος

να ξαναγεννηθούμε
θάλασσα εσύ των τροπικών
κι εγώ νησί μοναχικό στον κόρφο σου

δάσος εσύ, βελούδινο σκοτάδι
κι εγώ τ' αγρίμι που προφέρει
με το χνώτο του τις μυστικές σου λέξεις

αγνοί, αθώοι, αθάνατοι
εσύ κι εγώ ψυχή και φως

κίτρινο ξωτικό, κόκκινος χρόνος


(η σύνθεση έχει σαν βάση έναν πίνακα του Γιάννη Σταύρου, ο οποίος με τη σειρά του βασίζεται σε φωτογραφία του 1954)


το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
λουσμένο στα θολά νερά του χρόνου

στο κίτρινό του πέρασμα μες στην ομίχλη
στο χώμα στρώνονται και πάλι οι ράγες
αρχίζει από το χτες ένα ταξίδι ατέλειωτο
ακούγεται μια μουσική
και ξεπροβάλλουν σπίτια σιωπηλά
μια ελευθερία παράνομη
στην κόκκινη καρδιά του χρόνου

στο κίτρινο του πέρασμα μες στην ομίχλη
δακρύζει κείνο το τίποτα της νιότης μας
που ήταν τα πάντα

το ξωτικό της Εγνατίας που χάθηκε
καμιά φορά το σούρουπο ξαναγυρίζει
στις γειτονιές που δεν υπάρχουν πια
κι από το Χαριλάου ως το Βαρδάρι
χτυπάει το καμπανάκι του
σαν φωτισμένο τραμ και σαν κορίτσι
που υπόσχεται τον ουρανό