μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη

αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.

στις κορυφογραμμές του τίποτα



σε χαραμάδες μυστικές
δειλά ανατέλλει το χαμόγελο
πρώτα τα χείλη κυριεύει
σκορπίζει ύστερα και διαχέεται
αναζητώντας τις πηγές
αστράφτει στην επιδερμίδα
εγκαθιστά προφυλακές στα υψώματα
πυκνώνει τις λεπτές ρυτίδες
βυθίζεται και λούζεται
μέσα στις κόρες των ματιών
έτσι γυμνό και ακέραιο
αρχίζει ένα λυτρωτικό χορό
κι ανάβει όλα τα φώτα
στις κορυφογραμμές του τίποτα

το προαιώνιο ρίγος


προφέρεται στη μοναξιά και τη σιγή
στις παρυφές του ονείρου
την ώρα που οι νεκροί υφαίνουν έξω το σκοτάδι
και εισρέει από τις χαραμάδες
σαν κόκκινο κρασί η ανάσα τους
με δέος προφέρεται η ποίηση
καθώς προφέρει ανθίζοντας
ένα ξερό κλαδί το προαιώνιο ρίγος του

ποίηση, 2

όταν λυγίζει από καρπούς
ένα μοναχικό κλαδί στον άνεμο
όταν στην προαιώνια θάλασσα
αστράφτει ένα κόκκος άμμου
όταν του ναυαγού η ψυχή
ανεμίζει στον άδειο ορίζοντα
όταν η βεβαιότητα του τίποτα
προστίθεται στον πόνο
κι όμως η κάθε λέξη σχηματίζεται με αγάπη
όταν τα πάντα παραμένουν ανεξήγητα
κι όμως ανοίγει ένας φεγγίτης
στις μυστικές προσβάσεις τ' ουρανού
όταν αυτόν τον δρόμο μόνο ξέρεις
τον δρόμο μέσα στην ομίχλη

ένας ξένος από παλιά στο σπίτι μας

το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας
κυκλοφορεί στο υπόγειο
και λούζεται με φως στο υπερώο
διαβάζει ένα ένα τα χειρόγραφά μας
αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές
που ταξιδεύουν μέσα μας
και πίνει για να μεγαλώσει
γιαυτό και είναι πάντα μεθυσμένο
το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει

δεν είναι αυτό το σπίτι ακατοίκητο



σαν πεινασμένο αγρίμι
η μνήμη στο μπαλκόνι περιφέρεται
θαμπώνοντας τα τζάμια με το χνώτο της
φλόγες αστράφτουν στα γαλάζια μάτια της
τα χείλη αγγίζουν λέξεις νοτισμένες στην αλμύρα
στο βάθος κάπου ακούγονται φωνές
ένα φόρεμα ανοιξιάτικο θροϊζει
η πόρτα μισανοίγει σαν χαμόγελο

δεν είναι αυτό το σπίτι ακατοίκητο
δεν χάθηκα σ' αυτή την πόλη μόνος

αρχαία πυξίδα

μια αιωνιότητα μετά
είμαστε πάντοτε θρυμματισμένα αστέρια
στην άλλη άκρη τ' ουρανού
κι είναι το κάθε κύτταρό μας αρχαία πυξίδα
που μέσα απ' τη μεγάλη σκοτεινιά
αλάνθαστα μας κατευθύνει στην πατρίδα
απορημένη η ψυχή μας αναπέμπεται στο χάος
έκθαμβη παραδίδεται στο άπειρο
εκεί όπου αναδύονται και τελικά ερμηνεύονται
οι μυστικές γραφές της ουτοπίας

έζησα


έζησα
μια κόκκινη αχνή γραμμή
μια λάμψη ίσως ή φωνή
μια ανάσα στο νερό
έζησα
σε δρόμους καθημερινούς
στον άνεμο και στη φωτιά
στον ουρανό
έζησα
για το δικό σου άγγιγμα
κι ένα χαμόγελο παιδιού
στον κόσμο αυτό του φόνου
έζησα
και είμαι ακόμη εδώ
μια κόκκινη αχνή γραμμή
μια λάμψη ίσως ή φωνή
μια ανάσα στο νερό

ο προορισμός του ονείρου



θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ' ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα
κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ' αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θ' αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη

τίποτα δεν θα θυμηθούμε
και τίποτε δεν θάχουμε ξεχάσει

το χάραμα δεν έχει μνήμη


το χάραμα δεν έχει τραύματα και ουλές
δεν έχει μνήμη
δεν έλαμψε ποτέ πάνω από δάκρυα και χαμό
δεν φώτισε εκτελέσεις
γιαυτό σαν από θαύμα αστράφτει
και πάλι στην αιώνια εφηβεία του
λέει, καλημέρα σας παιδιά
αγγίζει εδώ κι εκεί τα δέντρα
πιάνει κουβέντα με το αδέσποτο σκυλί
το χάραμα δεν έχει μνήμη
έχει μονάχα ένα βαθύ γαλάζιο φως
και το απλώνει χωρίς δισταγμό πάνω στον κόσμο

προδομένες λέξεις

στις ίδιες λέξεις επανέρχομαι μονότονα
αυτές που έκαναν κουρέλι οι αιώνες
οι ίδιες λέξεις από μέσα μου αναβλύζουν

κόκκινο και βαθύ γαλάζιο, επανάσταση
αγάπη, όνειρο και θαύματα του κόσμου
χώμα στον ουρανό και μυστικά, ελευθερία
και πάνω απ' όλα η πατρίδα που είναι φως
και πάνω απ' όλα η ψυχή μου που είναι φώς

στις ίδιες λέξεις επανέρχομαι μονότονα
στο αίμα μου και στο άγνωστο που είμαι

δικαιοσύνη

για πρώτη κι έσχατη φορά
θα απονεμηθεί δικαιοσύνη
στον ουρανό θα σβήσουν τα μεγάλα φώτα
στα μάτια μας θα σβήσει η λάμψη
στα στήθη ο πόνος
τα γράμματα θα εξατμιστούν
και οι σελίδες θα επανακτήσουν τη λευκότητά τους
στην αρχική αθωότητα
το άγιο σκοτάδι θα μας εξισώσει
όλα θα ξαναγίνουν χώμα
όλα θα παραμείνουν ανεξιχνίαστα
και θ' απλωθεί μπροστά μας το μεγάλο τίποτα
και η απόλυτη ελευθερία

όταν ανθίζει κρύβεται

στους πίνακες απλώνονται χρώματα μυστικά
τα πιο ωραία ποιήματα γράφονται χωρίς λέξεις
όταν ανθίζει κρύβεται
και με τους ήχους χάνεται
το κάτι αυτής της άλλης μουσικής
και εμφανίζονται σκιές
θρυμματισμένα σύμβολα
ίχνη που οδηγούν σε νέα αινίγματα
και η σιγή
η απόλυτη πυκνότητα
το ανέκφραστο λυτρωτικό σαν μοίρα
σαν πατρίδα

αιώνια μουσική ανεξιχνίαστη

ήχοι
θραύσματα ήχων
μέσα στους ήχους ανεξιχνίαστα
γράμματα
θραύσματα λέξεων
μέσα στις λέξεις ανεξιχνίαστα
πρόσωπα
ίχνη προσώπων
πάνω στο πρόσωπο ανεξιχνίαστα
ήχοι στους ήχους
λέξεις στις λέξεις
πρόσωπα στον καθρέφτη
ποτάμι στο ποτάμι
αιώνια μουσική
από το τίποτα στο τίποτα
ανεξιχνίαστη

λεπτή πολύχρωμη κλωστή

από τα παιδικά σου χρόνια
ξύπνησες πλάι μου
και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις
με τις οικείες κινήσεις των χεριών σου
με χώρες μακρινές
να φτερουγίζουν στην ανάσα σου.
ξύπνησες πλάι μου με θαύματα μικρά
και μέσα στο σκοτάδι λάμπεις
λεπτή πολύχρωμη κλωστή
που με κρατάει ακέραιο
πάνω απ' την άβυσσο

τα μυστικά φωνήεντα

αν είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι
τότε γιατί ανοίγει μέρα και νύχτα ο ουρανός
γιατί η ψυχή μας δειλά προφέρει τα μυστικά φωνήεντα
γιατί αλάνθαστα γνωρίζει την πατρίδα.
αν είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι
γιατί ο δρόμος με τα χίλια αινίγματα
η μουσική
τα χρώματα
η ποίηση γιατί.
αν είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι
τότε γιατί μας δόθηκε το φως

λάμπουν σαν δάκρυα τα χριστούγεννα

ένας μικρός χριστός γεννιέται πάλι αύριο
μόνος στον κόσμο
ένας μικρός χριστός που ζωγραφίζει θαμπά στο τζάμι
δέντρα για τα παιδιά
καράβια για τα όνειρα
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους
παραμονή
και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα

μαθητεία, 2

και πάλι υπέβαλα στο άγνωστο
τις πέντε αισθήσεις μου και την ψυχή μου
και έγινα δεκτός στην πρώτη τάξη
του σύμπαντος σχολείου της αγάπης
τα τραύματά μου γράφοντας σαν όνομα
στο εξώφυλλο της καθημερινής ζωής.
είναι καλός για άνθρωπος
λένε οι δάσκαλοι μου με τον τρόπο τους
μια φλαμουριά που αγγίζει το μπαλκόνι μου
ένα γατί που περπατάει νωχελικά στον ήλιο
θα μάθει γρήγορα
όσα μπορεί να μάθει.
κι εγώ επιμένω
αφού δεν έχω πού αλλού να πάω
μερόνυχτα εγκύπτω
και λέω πως συνεχίζω τις σπουδές μου
σ' αυτό το πρώτο και πιο δύσκολο σχολείο
απ' το οποίο δεν προβλέπεται αποφοίτηση

γαλάζιο βαθύ σαν αντίο





κι έμεινα μόνος
με το γαλάζιο έλεος
της τελευταίας στιγμής στα μάτια σου
γαλάζιο ωκεανός και σιωπητήριο
γαλάζιο που με γέννησε
με φώτιζε και με σκοτείνιαζε
που ακτινοβολούσε και φτερούγιζε
έμεινα μόνος με το βαθύ γαλάζιο
σαν αντίο στα μάτια σου
μητέρα

μου φάνηκε πως δάκρυσε το φως

αυτή την άνοιξη μου φάνηκε
στα μάτια των παιδιών πως δάκρυσε το φως.
είναι μεγάλη η γειτονιά μας
κι έχει πολλά παράξενα ονόματα
όμως το φως δεν το γνωρίζει.
δεν ξέρει καν το φως από σημαίες και λάβαρα.
το φως μιλάει τη δική του γλώσσα
και τη μιλάει καλύτερα
όταν αστράφτει στα μάτια των παιδιών.
κι αυτή την άνοιξη
καθώς ξεκίνησε γυμνό
για τη μοναχική πορεία στο άγνωστο
μου φάνηκε στα μάτια των παιδιών
πως δάκρυσε το φως

κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ

δέντρα, αραιοί διαβάτες, παγωνιά
και κάτω απ' τις κραυγές των γλάρων
το ωδείο.
στο πάρκο της Ηλεκτρικής από νωρίς περίμενα
κοιτάζοντας προς τη μεριά της θάλασσας.
κάποτε φάνηκες
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
κι όσο πλησίαζες ήσουν εσύ
και μέσα στην ομίχλη μου χαμογελούσες.
στις μύτες στάθηκες να με φιλήσεις
κι ύστερα έφυγες.
κι όσο, χρόνο το χρόνο, στο βάθος σβήνεις
τόσο πιο καθαρά λάμπεις στα μάτια μου.
μέχρι που ξέρω πια με βεβαιότητα
πως είσαι δεκαοχτώ χρονώ
κάπου έξι μήνες πιο μικρή από μένα
πηγαίνεις στο παλιό ωδείο
σε λεν Σιμόνη
κι αγαπιόμαστε τρελά

το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο

απ' το μισάνοιχτο παράθυρο
το τελευταίο φως γλυστρούσε κατακόκκινο
και πυρπολούσε το ελάχιστο διάστημα
ανάμεσα στην πόρτα και το πάτωμα.
απελπισμένο
σαν κάτι να ζητούσε
σαν κάτι νάθελε να πει
στα παιδικά μου μάτια.
όμως εγώ δεν ήξερα το χρώμα του
αγνοούσα τη φωνή του
κι έμεινα εκεί αμίλητος
να το κοιτάζω εκστατικά να αργοσβήνει
κάτω απ' την πόρτα
στο δωμάτιο του βάθους

με το απαλό της ράμφος τον φεγγίτη

χαράματα και δάκρυα φορτωμένος ουρανός.
χτύπησε η χαρά
με το απαλό της ράμφος τον φεγγίτη.
με συγχωρείτε, είπε μ΄ένα δειλό χαμόγελο,
οι πόρτες είναι κλειδαμπαρωμένες
έχετε χίλιους λόγους να πενθείτε
κι εγώ ποτέ δεν έμαθα αριθμητική
δεν έμαθα αν πρέπει καν να υπάρχω.
όμως εσείς
το φόρεμά μου αν αφήσετε για λίγο
στο πάτωμά σας να θροϊσει
και ψιθυρίσετε σαν προσευχή
το κοριτσίστικο όνομά μου
ίσως και να με θυμηθείτε.
χτύπησε η χαρά
με το απαλό της ράμφος τον φεγγίτη
χαράματα ξανά

εδώ τελειώνει αυτό το παραμύθι

μια φορά κι έναν καιρό
στα βάθη της ανατολής
ζούσε ένας ήλιος μόνος.
σχεδόν παράνομος
με την πυρακτωμένη του καρδιά
προορισμένος να ανατέλλει
να φωτίζει
πάντα να βρίσκεται στον ουρανό
και να τα βλέπει όλα.
είπε η γιαγιά του κόσμου
γι' ακόμα μια φορά θλιμμένη.
εδώ τελειώνει κάπως πρόωρα
αυτό το παραμύθι
ώρα να πάτε για ύπνο.
ε, όπως πάντα,
ο ήλιος έζησε καλά
κι εμείς βεβαίως καλύτερα

με κάθε ανάσα σε πυκνότερο σκοτάδι

με κάθε βήμα στον λαβύρινθο
μαθαίνω τον μινώταυρο καλύτερα
με κάθε ανάσα σε πυκνότερο σκοτάδι
γνωρίζω περισσότερο το φως.
κι όπως πηγαίνω χωρίς νήμα προς το τέλος μου
βλέπω να αχνοφέγγει στο βάθος η αρχή.
βλέπω στο αίμα μου ν' ανθίζουν
η Ιωνία και η Μαύρη Θάλασσα
κι όλες οι πολιτείες της ανατολής που χάθηκαν.
μες στην ομίχλη εξαίσια βλέπω
να χαμογελάνε οι αγαπημένοι μου νεκροί
και βλέπω να με περιμένει
πλησίστιο το βαθύ γαλάζιο
για το ατέλειωτο ταξίδι στα βάθη τ' ουρανού

ευτυχία

σε γνώρισα σε χρόνο παρελθόντα ή μέλλοντα
με κάτι από τους γαλαξίες στο βλέμμα σου
στην κίνηση σου κάτι από γατάκι ή τίγρη
στο φόρεμά σου κάτι από το φως
σε κάποιαν άλλη εποχή πρέπει να ζήσαμε μαζί
σε κάποια χώρα μακρινή σε ξέρω
ξέρω όταν χαμογελάς κάθε ρυτίδα σου
κι όταν σωπαίνεις ξέρω
το σκοτεινό βελούδο των ματιών σου
σε νιώθω τώρα μέσα μου να αναδύεσαι
γεύομαι και μυρίζω κάθε σου τόπο μυστικό
είσαι ο αρχικός μου κωδικός
ψυχή αιώνια παρούσα και απρόσιτη

έζησα χρόνια και δεν έμαθα

έζησα χρόνια, διάβασα, ταξίδεψα
όμως ποτέ δεν έμαθα ποιος είμαι
τι είναι αυτός ο δρόμος και πού βγάζει.
ίσως τα μάτια μου να θάμπωσαν
ίχνη ζωής κρυσταλλωμένα στις σελίδες
κάτω απ' το φως όσα κοιτούσα
και δεν έβλεπα
εκείνοι που πολύ αγάπησα
ανίδεοι σαν κι εμένα.
έζησα χρόνια και δεν πήρα απάντηση
γιαυτό που αστράφτει μέσα μου
αυτό που μούδωσε πνοή και με σκοτώνει.
έζησα χρόνια και δεν έμαθα

αυτοβιογραφία, 2

μηνύματα ακατανόητα του αρχικού πυρήνα
θραύσματα ζωντανά
που παρασέρνει η προαιώνια θάλασσα
και κάποτε εναποθέτει σε άγνωστες ακτές.
χρώματα, ήχοι, ίχνη φωτός
που διασκορπίζονται στα βράχια
και στιγμιαία εδώ κι εκεί αστράφτουν σπαρακτικά.
που ανταμώνουν
σαν να φιλιούνται
σαν να συντίθενται και να διαλύονται
σαν να ονειρεύονται
σαν να θυμούνται αμυδρά
μια μακρινή πατρίδα.
και σαν να χάνονται μετά για πάντα

βραχνά μες στην ομίχλη

λοιπόν, μπορείτε να μαζέψετε τα ζάρια
για μας τέλειωσε πια το παιχνίδι
και χάσαμε, όπως ήταν φυσικό,
τα πάντα
ήδη χαράζει
και οι σειρήνες μας καλούν
για ένα τελευταίο καφέ στην παραλία
πάνω απ' τους γλάρους και τα πλοία
έξω απ' το γκρίζο φράγμα του κυματοθραύστη
βραχνά οι σειρήνες μας καλούν
μες στην ομίχλη

είμαι όσα μου δόθηκαν

είμαι όσα μου δόθηκαν
μια στάλα κόκκινο στο απέραντο του μπλε
ένα ελάχιστο κομμάτι από το τίποτα
ήχους του κάποτε στον άνεμο σκορπίζω
με το δικό μου όνομα
γράφω για τον δικό σας πόνο
που ούτε δικός μου είναι ούτε δικός σας
δεν είμαι εγώ λοιπόν που σας μιλώ
γιατί εγώ είμαι όσα μου δόθηκαν
γιατί εγώ δεν ξέρω καν ποιος είμαι
τώρα απομένει να επιστρέψω
εκεί που κάποτε ξεκίνησα
να επιστρέψω εκεί που οφείλω
το εγώ που είμαι
και που ποτέ δεν γνώρισα