μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη
αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.
αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.
αίνιγμα
με κάποιο τρόπο μαγικό
η ανάμνηση έχει γίνει προσμονή
κι όλες οι σκονισμένες μέρες μου
έχουν λουστεί στα μάτια σου
αστράφτει η Κυριακή στη γειτονιά
σαν καθαρό πουκάμισο φρεσκοσιδερωμένο
λοιπόν τι να ‘ναι αυτό το ρίγος
αυτή η εξαίσια λάμψη
οι σπίθες στο μισάνοιχτο παράθυρο
το ξεχασμένο άρωμα στο χώμα
η μουσική που πάλι ακούω στο μπαλκόνι μου
τι να ‘ναι αυτό το κόκκινο πουλί
ανάμεσα στα φύλλα
μεθυστικό σαν άνοιξη;
φωνή, ανάσα, ανάλαφρο περπάτημα
ή ξαφνικό χαμόγελο
τι να ‘ναι αυτό το θαύμα;
το ανέκφραστο που εκφράζουν
είναι στιγμές που οι λέξεις δραπετεύουν
από τη σκέψη
από τα χείλη
απ’ τις σελίδες των βιβλίων
και γίνονται ένα μπλε βαθύ
ή της φωτιάς το κόκκινο σε ζωγραφιά
του έρωτα και τ’ ουρανού
άλλοτε πάλι ξαφνικά
το ανέκφραστο που εκφράζουν
γίνεται νότες
μουσική νυχτερινή
σ’ έρημο δρόμο με αρχαίους κυβόλιθους
κανείς δεν ξέρει
ποιον άλλο κόσμο θα συνθέσουν
κανείς δεν τις αναγνωρίζει
καθώς στη νέα τους διάσταση
χαμογελούν
αδιόρατα, ανεπαίσθητα
αινιγματικά
στα μαύρα σύνορα
βαδίσαμε μέρες και μήνες
χρόνια βαδίσαμε σαν μόνο μια στιγμή
μες σε λιβάδια και φαράγγια
και στην πολύβουη ερημιά των πόλεων
κοιτάζοντας τ’ αστέρια ή το χώμα
μα πάντα μέσα στην ομίχλη
ακολουθώντας πάντα τους σταυρούς
που πίσω αφήναμε
πάντα ρωτώντας και μην παίρνοντας απάντηση
φτάσαμε τέλος στα μαύρα σύνορα
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
εκείνον που μας οδηγούσε
χωρίς ποτέ να ξέρουμε
αν θέλαμε να φύγουμε ή να μείνουμε
και αν θα αφήναμε ή θα βρίσκαμε
μια ξένη χώρα ή την πατρίδα
από τα σύνορα λοιπόν σας γράφω τώρα
αυτές τις μάταιες λέξεις στο σκοτάδι
μόνος μου με τους λίγους που απόμειναν
και τυχερός την τελευταία στιγμή
ένα σπασμένο χέρι που μπορώ
να τους απλώσω ή να κρατήσω
τι
τι σκοτεινό ποτάμι η μνήμη
για να πνιγείς ή ν’ ανασάνεις
ν’ απλώσεις ένα χέρι στο κενό
τι μουσική πάνω στους τάφους
και τι πολύχρωμα φορέματα
τι θρίαμβος της καρδιάς
πικρός
σαν ένα χάραμα με δίχως φως
σαν ένα σούρουπο με δίχως νύχτα
σαν μια ζωή
τι άδειος ουρανός η μνήμη
κόκκινο σύννεφο που πάει να διαλυθεί
και λάμπει
αργά το βράδυ
η μουσική αργοσβήνει
και ξεθωριάζουν
τα χρώματα και οι λάμψεις
με την ανάσα της
στην πέτρα και το σίδερο
η γειτονιά ησυχάζει
κάπου μακριά
μια εξάτμιση πυροβολεί
το προαιώνιο πυκνό σκοτάδι
πίσω απ’ τα κλειστά παραθυρόφυλλα
είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ
οι σκόρπιες ζωγραφιές ψηλά
και οι τυφλές οθόνες αντικρίζουν
ατέλειωτες σειρές βιβλία στα ράφια
μάταιες επικλήσεις
χρόνο ατέλειωτο χωρίς επιστροφή
κι ανάμεσα σε μια γωνιά
εκεί που ένα κορίτσι
ξένοιαστα χαμογελάει στο κάδρο
κι ο τοίχος ανεπαίσθητα ραγίζει
μόνος με βλέμμα αμίλητο
κάθεται ένας άντρας
και θυμάται
είναι αργά
πολύ αργά το βράδυ
δέος
το μυστικό πριν από μένα
πριν απ’ το πρώτο χάραμα
κρύβεις και κρύβεσαι
ένα ουδέτερο που είναι πάντα θηλυκό
κυοφορείς τα θαύματα
και χάνεσαι στην πρώτη λάμψη μου
ενώ ποτέ δεν παύεις μέσα μου να υπάρχεις
είσαι το αρχικό
μα και το τελευταίο ερώτημα
το προαιώνιο δέος
είπε το φως
πυκνό βελούδινο σκοτάδι
καταγωγή μου και πατρίδα μου
μοναχικό πουλί σ' άδειο ουρανό
κανένα όνειρο δεν μένει ατιμώρητο
κανένα ξέφτι από βαθύ γαλάζιο
καράβια ταξιδεύουν σ’ άγνωστα νερά
λιβάδια ανθίζουν
παλιά καινούρια γράμματα
προφέρουν μακρινές φωνές
το μυστικό αλφάβητο του κόσμου
πυκνή ομίχλη μες στο χάραμα
κι ένα μοναχικό πουλί σ’ άδειο ουρανό
(δημοσιεύτηκε στο περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 92, Ιαν. - Μάρτιος 2011)
μια κιμωλία στον μαυροπίνακα
ξαναδιαβάζω τα ποιήματά μου
χρόνια μετά βυθίζομαι στα χρώματα
στη μουσική των λέξεων
έκπληκτος διακρίνω
να αναδύονται γρίφοι και αινίγματα
εκστατικά φωνήεντα
που θέλγεται το άγνωστο να μου υπαγορεύει
κάπως καλύτερα αναγνωρίζω τώρα
αυτά που γράφει ο δάσκαλος στον μαυροπίνακα
μια κιμωλία εγώ που λιώνει αργά
ανάμεσα στα δάχτυλα του
(δημοσιεύτηκε στο περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 90, Ιαν. - Μάρτ. 2011)
γιατί
χτυπάω όλη τη νύχτα
τη σιδερένια εξώπορτα
περίτεχνη
με τις θαμπές της παραστάσεις
ασήκωτη
με αιώνων μνήμες
χτυπάω όλη τη νύχτα
τόσο που μάτωσαν τα χέρια
ένα-ένα έσπασαν τα δάχτυλά μου
το ξέρω πως δεν μ’ ακούει κανείς
αυτή την ώρα η γειτονιά κοιμάται
κι ούτε ένα δεν φωτίζεται παράθυρο
το ξέρω πως το σπίτι
είναι από χρόνια ακατοίκητο
ερειπωμένο
κανείς δεν περιμένω να μ’ ανοίξει
ούτε κι εκείνα τα φαντάσματα
που ακόμα τριγυρίζουν
ανάμεσα στους γκρεμισμένους τοίχους
που ακόμα λάμπουν
όπως το πρώτο φως το χάραμα
όμως δεν έχω άλλο σπίτι
άλλη πατρίδα
χτυπάω για ν’ ανοίξω εγώ από μέσα
(δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρ. περ. e-poema-eu ..., τεύχ. 12, Σεπτ. 2010)
ένα χάος κατασκότεινο που αστράφτει
όπως σε κάθε απάντηση
τα νέα πάντα ερωτήματα
όπως στον πυρήνα του ήλιου
το αρχέγονο σκοτάδι
γαλήνια θάλασσα
θάλασσα απέραντη τα μάτια σου
και μνήμες
μνήμες της καταιγίδας
ναυάγια στον βυθό
ανεξερεύνητα
είσαι το νήμα στον λαβύρινθο
η έξοδος στο βάραθρο ή το φως
ένα χάος κατασκότεινο
που αστράφτει
(δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρ. περ. Διαπολιτισμός την 28.10.2010)
παντού εκεί
Le Poème de l'âme - L'Idéal (1860) By Anne Francois Louis Janmot (1814-1892)
γυναίκα όρθια μαυροντυμένη
πάνω από ανθισμένο τάφο
ή έφηβος αχνά
σε πλατεία του κάποτε
ένα γαλάζιο έστω ξέφτι τ’ ουρανού
μπορεί και ξαφνική νεροποντή
σ’ έρημη πολιτεία
ίσως ακόμη ένα δειλό φτερούγισμα
ενώ έχει χαθεί από χρόνια
στο βάθος το μικρό πουλί
σπασμένα δάχτυλα
που αφήνουν ίχνη στο χαρτί
το ποίημα
παντού εκεί όπου καταφεύγει
απαρηγόρητη η ψυχή
(δημοσιεύτηκε στο περ. Εντευκτήριο, τεύχ. 92, Ιαν.- Μάρτ. 2011)
εκστατικά
(A portrait of a young woman by Fritz W. Guerin, c. 1902)
σιγή
απέραντη σιγή
σαν από θάλασσα βαθιά
πολύ βαθιά
σιγή με λάμψεις
που συνθέτουν φως
ένα άλλο φως
πιο μαγικό
εκστατικό
μια νύχτα κι έναν ουρανό
μια δίψα
σιγή
που εκπέμπει μουσικές
που πλημμυρίζει χρώματα
κι όλα είναι απλά
μεθυστικά
όλα είναι τώρα
και ύστερα
και πριν
και πάντα
τα μάτια σου
(δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρ. περ. Ποιείν στις 10.1.2011)
αχ
είσαι μια προσμονή
μια μυστική φωνή
ήχος βημάτων στο πλακόστρωτο
που σβήνει τις κραυγές της πόλης
είσαι ένα ρίγος
φτερούγισμα στα γόνατα ως τα δάχτυλα
και τα μισάνοιχτά σου χείλη
η μουσική από λευκά σεντόνια
είσαι ένα χνώτο υγρό
μεθυστικό
σπαρακτικά ηδονικό
στα μάτια μου είσαι φως
μια μακρινή πατρίδα
λάμψη βαθιά στον ουρανό
οικεία και άγνωστη
και μαγική
είσαι βελούδο εκστατικό
ένας σπασμός κι ένας λυγμός
που δεν τελειώνει
(δημοσιεύτηκε στο περ. Εμβόλιμον, τεύχ. 60, Χειμώνας 2010-Άνοιξη 2011)
δεν είμαι μόνος
(Claude Monet "Madame Monet and her Son")
κάποιες στιγμές
κάποιες πολύχρωμες κλωστές
που αιωρούνται στο κενό
μες στην ομίχλη
μάτια γαλάζια
φωτεινά
μάτια γλυκά
κι όμως θλιμμένα, μακρινά
πηγές της μνήμης
ο ήχος μιας φωνής
φωνής από πολλές φωνές
και μουσική
καθώς προφέρει απαλά
το λάμδα στ’ όνομά μου
πέρα απ’ τον κόσμο
με καλούν
πέρα απ’ τον κόσμο
τις καλώ
κι είμαστε ένα
μέσα μου όπως πάντα ένα
εγώ και οι σκιές
οι αγαπημένες μου σκιές
δεν είμαι μόνος
(δημοσιεύτηκε στο περ. Εντευκτήριο, τευχ. 92, Ιαν.-Μαρτ. 2011)
σαν
μεθυστική
με μυρωδιές και χρώματα
μες στη λιακάδα
σαν ανθισμένη φλαμουριά
κάτω από το μπαλκόνι μου
ωραία μέρα σήμερα
σαν άνοιξη
σαν νιότη
σαν θαμπωμένα μάτια
σαν το αίμα όταν φουντώνει
και σαν έρωτας
ωραία μέρα σήμερα
σαν τίποτα
τίποτα να μην χάθηκε για πάντα
(δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό
poema, τεύχος 12, Σεπτέμβριος 2010)
μαθαίνω πάλι να διαβάζω
από τις χαραμάδες εισχωρεί
παρήγορη μια αχτίδα φως
και ξαφνικά στη μνήμη
μ’ ένα δειλό φτερούγισμα
αστράφτει το γαλάζιο
μαθαίνω πάλι να διαβάζω
τα μυστικά φωνήεντα στο άγγιγμά σου
το βλέμμα μου στο όνειρο
μαθαίνω πάλι να εμπιστεύομαι
στο μονοπάτι που ελίσσεται
ανάμεσα σε απαλές καμπύλες
ως τη διάφανη κοιλάδα της παλάμης σου
αυτός ο δρόμος δεν αρχίζει και δεν φτάνει
δεν έχει λύση το αίνιγμα
αυτή η ισόβια μαθητεία στο θαύμα
δημοσιεύτηκεστο ηλεκτρονικό περιοδικό poema,
τεύχος 12, Σεπτέμβριος 2010
αισιοδοξία
μια λάμψη
στο μαύρο χώμα τ’ ουρανού
ένα λουλούδι
πάνω στον τάφο του
ή ένα χαμόγελο
σε ραγισμένο πρόσωπο
ο έρωτας
μπροστά στον θάνατο
εκρηκτικά το κόκκινο ενεδρεύει
η αμέλεια
είναι πιο επινοητική από την προμελέτη
ένα όνειρο
που διαφεύγει από τη λήθη
και ξεφτισμένο στο γαλάζιο υπερίπταται
έχει πιο αιχμηρές γωνιές
από κάθε αστικό τετράγωνο
οι υπνοβάτες
στο γκρίζο μάταια εκπαιδεύονται
η επιφάνεια στην άσφαλτο
στο ρυθμικό τους βήμα οι πεζοπόροι
στη λάμψη του σηματοδότη
στις χαραμάδες της παλάμης
εκρηκτικά πάντα το κόκκινο ενεδρεύει
πιστεύετε στα θαύματα;
σκορπίζοντας ανταύγειες τα μεσάνυχτα
ψιθύρισε η γαρδένια στο περβάζι μου
με το λευκό της άρωμα
απόρησε μες στις πευκοβελόνες το σπουργίτι
ραμφίζοντας τα ψίχουλα του ανέμου
εγώ κι εσείς
κι όλα όσα βλέπετε είναι θαύματα
τους χαμογέλασε δειλά η άνοιξη τριγύρω
και θαύματα όσα ποτέ σας δεν θα δείτε
με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος
με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως
πριν απ’ το φως
πέρα απ’ το φως
ένα ποίημα
ένα ποίημα
από παλιό σκοτάδι
από θολό πυκνό βυθό
που αναδύθηκε στο φως
ένα ποίημα
γυμνό
εμπρηστικό
κόκκινο επιφώνημα
της φλόγας ή της αστραπής
ένα ποίημα
μυστικό
εξωτικό
κι όμως απλό
κι όμως γλυκό
κι όμως απέραντα μαγευτικό
ένα ποίημα
που δεν γνωρίζει
το άρωμα
τη μουσική
το ίδιο τ’ όνομά του
ένα ποίημα
ένα τρέμουλο στα γόνατα
ή τα χείλη
που κρύβεται και φανερώνεται
και λάμπει
εσύ
ομίχλη
σύννεφο χάδι ερωτικό
στην παραλία ως το λιμάνι
από τη γη ως τον ουρανό
ομίχλη
από κρυστάλλινες στιγμές
της μνήμης ή της προσμονής
ομίχλη από νότες μυστικές
σκόρπιες κραυγές των γλάρων
ομίχλη
της δύσης ή της χαραυγής
αιώνια ομίχλη μαγική
αίνιγμα στο εξώφυλλο
στο πάντα αδιάβαστο βιβλίο του κόσμου
ομίχλη
που συνθέτεις τ’ όνειρο
που πέφτεις και πυκνώνεις
και χορεύεις στο νερό
σαν παραμύθι παιδικό
σαν θαύμα
πέρα απ' τις λέξεις
το έρημο νησί τον άδειο ορίζοντα
η νύχτα τη στιγμή που ξημερώνει;
ποια λέξη υπάρχει
για το σούρουπο στα μάτια σου
το μουσικό βελούδο στην αφή σου;
πώς λέγεται
το μονοπάτι στην παλάμη σου
το ουράνιο τόξο
στο χρώμα της φωνής σου
και το καμίνι στην ανάσα σου
μ’ όλα τ’ αρώματα το άγριο μέλι
που αναβλύζει στην επιδερμίδα σου;
πώς είναι ο ήχος
για τη λάμψη εκείνη
πώς τα φωνήεντα
που εκφράζουν το φτερούγισμα
τη μυστική πηγή που κάποτε μας γέννησε
και την ψυχή που έγινε θάλασσα
και μας ενώνει;
ποια είναι η γλώσσα
που μιλάει το φως;
αχνίζει λουλουδιάζει όπως το κύμα
χορταριασμένες πέτρες στο λιμάνι ο χρόνος
κόκκινες στέγες που θυμίζουν φως
στο βάθος η μεγάλη πόλη
στο βάθος όνειρο θαμπό η παραλία
μοναχικό ένα χελιδόνι
μέσα στα ξέφτια που σκορπίζει
καθώς ομίχλη ο ουρανός
κι όμως σε βλέπω ξαφνικά
να πλησιάζεις με το ανάλαφρό σου βήμα
να πλησιάζεις με τ’ ανήσυχα σου χέρια
να πλησιάζεις με τα εκστατικά σου μάτια
σε βλέπω
σε γνωρίζω αγάπη
γνωρίζω την κομμένη ανάσα σου
που υψώνεται δειλά στο στήθος
και ψιθυρίζει όπως το κύμα
αχνίζει λουλουδιάζει όπως το κύμα
έως ότου σβήσει ο άνεμός της
έως ότου
προφέρει λέξεις μυστικές
εκείνο το χλωμό το μελαγχολικό
στα χείλη και το πρόσωπό σου
σε βλέπω
σε γνωρίζω αγάπη
ικέτης στο δικό σου φως
παλιές γραφές και θαύματα
πειρατικό καράβι στ’ ανοιχτά
μες στην ομίχλη με σημαία τ’ όνειρο
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα χρώμα μονοσύλλαβο
όπως το δάκρυ τ’ ουρανού
ή το φως
αυτό είσαι
κι εγώ
ρίγος αιχμάλωτο
στον ήχο της φωνής σου
βαθειά στα μάτια σου
κρυμμένη λάμψη
καυτή ανάσα
που ανεμίζει τα μαλλιά σου
έκθαμβος μελετώ
παλιές γραφές και θαύματα
αναζητώ τον μυστικό ορίζοντα
όπου ελλοχεύει η μοίρα
δυο λέξεις έξι γράμματα
το όνειρο είναι όνειρο
αυτό είναι σ’ αγαπώ
από το άλφα ως το ωμέγα του
αυτό είναι σ’ αγαπώ
δυο λέξεις που κανείς
δεν πρόφερε ως τώρα
και μόλις ανακάλυψα εγώ
με την ομίχλη
με το άρωμα του ονείρου
όμως απτές, πραγματικές
όπως η γη
όπως η ανάσα σου
εσύ τρομάζεις κι εγώ τρέμω
μα σ’ αγαπώ
μ’ όλα τα γράμματα
μ’ όλα τα ρήματα
τα επιφωνήματα
με τη σιωπή μου
σ’ αγαπώ
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
σ’ ένα δωμάτιο γκρίζο
να μου διαβάζεις το βαθύ γαλάζιο
και το κόκκινο
να μου διαβάζεις ήχους, μουσικές
να μου διαβάζεις ποιήματα
στο μισοσκόταδο τα μάτια σου να λάμπουν
να κελαρύζει, να μοσκοβολάει η φωνή σου
να πλημμυρίζει το δωμάτιο λέξεις μυστικές
που αχνίζουν και θαμπώνουν τα παγωμένα τζάμια
στα χείλη σου να ανθίζει
ένα χαμόγελο κρυφό
όπως πετούμενο που ξαφνικά φτερούγισε
σε ερειπωμένο σπίτι
ή ο ξενιτεμένος που επιτέλους γύρισε
στη μία και μοναδική πατρίδα του
να μου διαβάζεις ποιήματα
και να μ’ αγγίζεις με το φως
με κείνο το αχνό λησμονημένο όνειρο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


.jpg)

















