
μια ανθολογία των ποιημάτων του Τόλη Νικηφόρου με εικόνες της Τζούλιας Φορτούνη
αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.
αn anthology of Tolis Nikiforou's poems with pictures by Julia Fortouni.
τα μυστικά αρχεία του κόσμου
γράφω τους στίχους που ανακάλυψα
στα μυστικά αρχεία του κόσμου.
με τα πρωτόγονά μου σύμβολα
καταχωρώ την προαιώνια μουσική
που οι μέλλοντες αιώνες θα συνθέτουν με αστραπές.
σαν άνεμος στην πέτρα της ερήμου γράφω
τα ονόματα που δεν προφέρονται.
βυθίζομαι στο απρόσιτο
να ανιχνεύσω τις δικές του λέξεις
το δέος μέσα μου ιχνηλατώ
να ζωγραφίσω το δικό του φως
στα μυστικά αρχεία του κόσμου.
με τα πρωτόγονά μου σύμβολα
καταχωρώ την προαιώνια μουσική
που οι μέλλοντες αιώνες θα συνθέτουν με αστραπές.
σαν άνεμος στην πέτρα της ερήμου γράφω
τα ονόματα που δεν προφέρονται.
βυθίζομαι στο απρόσιτο
να ανιχνεύσω τις δικές του λέξεις
το δέος μέσα μου ιχνηλατώ
να ζωγραφίσω το δικό του φως
βουβό τηλεγραφόξυλο του γαλαξία

στο αναλφάβητο τραγούδι
που συνθέτει το σκοτάδι και το φως
και στο βουβό τηλεγραφόξυλο του γαλαξία.
στα απαγορευμένα μυστικά και θαύματα
και στον ανεξερεύνητο λόγο της ουτοπίας.
σε κάθε αγγελτήριο της απουσίας του
πίσω από κάθε φόνο
και στις χιλιάδες γλώσσες της σιγής.
πατρίδα μου, ονομάζεσαι ανυπαρξία
ανυπαρξία, το όνομα σου είναι θεός
που συνθέτει το σκοτάδι και το φως
και στο βουβό τηλεγραφόξυλο του γαλαξία.
στα απαγορευμένα μυστικά και θαύματα
και στον ανεξερεύνητο λόγο της ουτοπίας.
σε κάθε αγγελτήριο της απουσίας του
πίσω από κάθε φόνο
και στις χιλιάδες γλώσσες της σιγής.
πατρίδα μου, ονομάζεσαι ανυπαρξία
ανυπαρξία, το όνομα σου είναι θεός
ουτοπία
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται
νάμασταν, λέει
τραγούδι σε παλιό γραμμόφωνο
δέντρο σε καλοκαιρινό ψιλόβροχο
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται.
ή μήπως νάμασταν
εκεί ψηλά τα κεραμίδια πλάι στην καπνοδόχο
την ώρα πού όρθιος ξαποσταίνει ο πελαργός.
κι ύστερα, λέει
να φύτρωναν κόκκινα
κατακόκκινα φτερά στους ώμους μας
στα μάτια μας ένας κιτρινισμένος χάρτης για τον ουρανό.
να ταξιδέψουμε πέρα απ' τον πόνο και τον θάνατο.
νάμασταν, λέει
με κόκκινα φτερά
ένα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται
η καταγωγή του ονείρου
παρασκευή μήνα νοέμβρη με το ζώδιο του σκορπιού,
καθώς πυκνά σκοτείνιαζε στις παρυφές του Ολύμπου,
σχίστηκε σαν από σεισμό η γη στα δύο κι από τον Άδη
ορθώθηκε περήφανος και σκυθρωπός μπροστά μου
ο Πλούτων. μου φαίνεται πως ξέχασες ποιος είσαι,
είπε βαριά, ενώ το αράπικο χρεμέτιζε και δάγκωνε
με αφρούς τα χάμουρα κι ο Κέρβερος ήρθε κουνώντας
την ουρά και μου ‘γλειφε τα χέρια. άλλο δεν έχει από
το λίγο του αυτός ο ξένος τόπος, κι είναι καιρός που
η μάνα σου (εδώ μαλάκωσε ελάχιστα το αψύ του βλέμμα)
γύρισε στην πατρίδα και σε περιμένει. σήκωσε το δεξί του
χέρι απότομα κι έπεσε νεκρική σιγή τριγύρω. είσαι ψυχή
κι η θέση σου είναι δίπλα μου, με τις ψυχές
καθώς πυκνά σκοτείνιαζε στις παρυφές του Ολύμπου,
σχίστηκε σαν από σεισμό η γη στα δύο κι από τον Άδη
ορθώθηκε περήφανος και σκυθρωπός μπροστά μου
ο Πλούτων. μου φαίνεται πως ξέχασες ποιος είσαι,
είπε βαριά, ενώ το αράπικο χρεμέτιζε και δάγκωνε
με αφρούς τα χάμουρα κι ο Κέρβερος ήρθε κουνώντας
την ουρά και μου ‘γλειφε τα χέρια. άλλο δεν έχει από
το λίγο του αυτός ο ξένος τόπος, κι είναι καιρός που
η μάνα σου (εδώ μαλάκωσε ελάχιστα το αψύ του βλέμμα)
γύρισε στην πατρίδα και σε περιμένει. σήκωσε το δεξί του
χέρι απότομα κι έπεσε νεκρική σιγή τριγύρω. είσαι ψυχή
κι η θέση σου είναι δίπλα μου, με τις ψυχές
καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί

υπάρχει μέσα μου ένα φως.
καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί
ή ξέφτι απ' το γαλάζιο στο περβάζι σου.
υπάρχει μέσα μου ένα φως
που όλα τα ξέρει κι όλα τα αισθάνεται
μοναχικό που ταξιδεύει απ' την αρχή του χρόνου
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται
βόλτα στις ράμπλας τ' ουρανού, 1
(στο καφενεδάκι του ουρανού από αριστερά η Ούρλικε Μάινχοφ, ο Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι, ο Έζρα Πάουντ και ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι )
αργά χτες βράδυ ξαφνικά συνάντησα στις ράμπλας τ’ ουρανού
τον φοιτητή Καλιάγεφ παρέα με τον Ντουρρούτι να τα πίνει
ενώ η Ούλρικε στο παραδίπλα τραπεζάκι ζωγράφιζε με τη
σκιά της μια τίγρη μες στα σύννεφα, δώρο στον Έζρα και τον
Βλαντιμίρ. εκεί που έπιανα μια ψάθινη καρέκλα να καθίσω,
βγήκε από την πόρτα ο πανάγαθος σέρνοντας πίσω του, όπως
το συνηθίζει, και μια ταξιαρχία γαλαξίες. άντε, να πάνε τα
φαρμάκια κάτω, είπε, βάζοντας στο γραμμόφωνο ένα βαρύ
ζεϊμπέκικο και μοίρασε τα καραφάκια με το τσίπουρο απ’ το
κρυφό του αμπέλι. κουράστηκε ο πατέρας, ρε παιδιά, μ’ αυτόν
τον χαλασμό εκεί κάτω, πρόσθεσε με γλυκό χαμόγελο ο Ιησούς,
λες και παρηγορούσε πάλι τους απελπισμένους, κι από την άλλη,
του λείπει αυτός ο άκαρδος ο αυτόνομος και είναι άγριο πράγμα
ο παράδεισος χειμώνα καλοκαίρι με τα χερουβείμ
αργά χτες βράδυ ξαφνικά συνάντησα στις ράμπλας τ’ ουρανού
τον φοιτητή Καλιάγεφ παρέα με τον Ντουρρούτι να τα πίνει
ενώ η Ούλρικε στο παραδίπλα τραπεζάκι ζωγράφιζε με τη
σκιά της μια τίγρη μες στα σύννεφα, δώρο στον Έζρα και τον
Βλαντιμίρ. εκεί που έπιανα μια ψάθινη καρέκλα να καθίσω,
βγήκε από την πόρτα ο πανάγαθος σέρνοντας πίσω του, όπως
το συνηθίζει, και μια ταξιαρχία γαλαξίες. άντε, να πάνε τα
φαρμάκια κάτω, είπε, βάζοντας στο γραμμόφωνο ένα βαρύ
ζεϊμπέκικο και μοίρασε τα καραφάκια με το τσίπουρο απ’ το
κρυφό του αμπέλι. κουράστηκε ο πατέρας, ρε παιδιά, μ’ αυτόν
τον χαλασμό εκεί κάτω, πρόσθεσε με γλυκό χαμόγελο ο Ιησούς,
λες και παρηγορούσε πάλι τους απελπισμένους, κι από την άλλη,
του λείπει αυτός ο άκαρδος ο αυτόνομος και είναι άγριο πράγμα
ο παράδεισος χειμώνα καλοκαίρι με τα χερουβείμ
βόλτα στις ράμπλας* τ' ουρανού, 3
αργά χθες βράδυ ξαφνικά μες στην ομίχλη
είδα στις ράμπλας τ' ουρανού
λουλούδια και μικρά πουλιά
μάτια να λάμπουν.
κι ένα αρχαίο φιλόλογο και πάλι όρθιο
να διδάσκει άγνωστα κείμενα
σαν υποσχέσεις ή αινίγματα.
χαμογελούσε κι έγραφε
στα δάχτυλά του έλιωνε η κιμωλία του χρόνου
κι απ' τ' ανοιχτά παράθυρα οι έφηβοι
είχαν ήδη δραπετεύσει και ταξίδευαν.
αργά χθες βράδυ ξαφνικά
είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα
για πάντα αμετάφραστη τη λέξη ελευθερία
* κεντρικός δρόμος στις ισπανικές πόλεις.
στη Βαρκελώνη, η Rambla de las Flores αρχίζει
από την Πλατεία της Καταλωνίας και καταλήγει
στο λιμάνι, στο άγαλμα του Κολόμβου και το
πλοίο Σάντα Μαρία
λουλούδια και μικρά πουλιά
μάτια να λάμπουν.
κι ένα αρχαίο φιλόλογο και πάλι όρθιο
να διδάσκει άγνωστα κείμενα
σαν υποσχέσεις ή αινίγματα.
χαμογελούσε κι έγραφε
στα δάχτυλά του έλιωνε η κιμωλία του χρόνου
κι απ' τ' ανοιχτά παράθυρα οι έφηβοι
είχαν ήδη δραπετεύσει και ταξίδευαν.
αργά χθες βράδυ ξαφνικά
είδα στον μαυροπίνακα του τίποτα
για πάντα αμετάφραστη τη λέξη ελευθερία
* κεντρικός δρόμος στις ισπανικές πόλεις.
στη Βαρκελώνη, η Rambla de las Flores αρχίζει
από την Πλατεία της Καταλωνίας και καταλήγει
στο λιμάνι, στο άγαλμα του Κολόμβου και το
πλοίο Σάντα Μαρία
αδέσποτα
τ' αδέσποτα σκυλιά
τ' αδέσποτα παιδιά
οι αδέσποτες ψυχές.
άγριες, φωτεινές, ευάλωτες.
όχι ότι δεν έχουν κύριο και αφέντη.
μόνο που αιώνες τώρα απουσιάζει εκείνος
στην άλλη άκρη τ' ουρανού.
τα αδέσποτα σπάνια ξεγελούν τη θλίψη τους
στήλη καπνού στις κόρες των ματιών τους
που αναθρώσκει από μια μακρινή πατρίδα
τ' αδέσποτα παιδιά
οι αδέσποτες ψυχές.
άγριες, φωτεινές, ευάλωτες.
όχι ότι δεν έχουν κύριο και αφέντη.
μόνο που αιώνες τώρα απουσιάζει εκείνος
στην άλλη άκρη τ' ουρανού.
τα αδέσποτα σπάνια ξεγελούν τη θλίψη τους
στήλη καπνού στις κόρες των ματιών τους
που αναθρώσκει από μια μακρινή πατρίδα
χελιδόνια στην Άφυτο
πώς άκουσα τον μυστικό λόγο της ουτοπίας
πώς ξαφνικά κατάλαβα ότι είμαι ευλογημένος;
μα από τα χελιδόνια
όταν συνθέτουν τον ουρανό στην Άφυτο
για να ταϊσουν τα μικρά τους ύστερα
με τα γαλάζια ξέφτια του.
τα χελιδόνια που μπαίνουν από το παράθυρό μου
κι εγώ βουβαίνομαι
ενώ τα μάτια μου φωτίζονται και μεγαλώνουν.
φτεροκοπάνε
διαγράφουν άσπρα και μαύρα ημικύκλια
και μου τα φανερώνουν όλα.
όλα όσα ρωτούσα και μια ζωή δεν έμαθα
πώς ξαφνικά κατάλαβα ότι είμαι ευλογημένος;
μα από τα χελιδόνια
όταν συνθέτουν τον ουρανό στην Άφυτο
για να ταϊσουν τα μικρά τους ύστερα
με τα γαλάζια ξέφτια του.
τα χελιδόνια που μπαίνουν από το παράθυρό μου
κι εγώ βουβαίνομαι
ενώ τα μάτια μου φωτίζονται και μεγαλώνουν.
φτεροκοπάνε
διαγράφουν άσπρα και μαύρα ημικύκλια
και μου τα φανερώνουν όλα.
όλα όσα ρωτούσα και μια ζωή δεν έμαθα
ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο
μια έρημη σοφίτα μακρινή
μέσα στη θλίψη τ'ουρανού είναι η ψυχή μου.
γεμάτη άχρηστα αντικείμενα
μια ψάθινη καρέκλα
ένα ποδήλατο με τρύπια λάστιχα
μια κόκκινη ξεφουσκωμένη μπάλα.
κι ένα σωρό θαμπές φωτογραφίες
απ' τους αρχαίους ενοίκους της.
όμως δεν κρύβει πλάσματα επικίνδυνα
κι ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο.
μια έρημη σοφίτα μακρινή
μια λέξη ανείπωτη είναι η ψυχή μου
ένα μοναχικό παράθυρο
που κάποτε φωτίζεται μέσα στη θλίψη τ' ουρανού
μέσα στη θλίψη τ'ουρανού είναι η ψυχή μου.
γεμάτη άχρηστα αντικείμενα
μια ψάθινη καρέκλα
ένα ποδήλατο με τρύπια λάστιχα
μια κόκκινη ξεφουσκωμένη μπάλα.
κι ένα σωρό θαμπές φωτογραφίες
απ' τους αρχαίους ενοίκους της.
όμως δεν κρύβει πλάσματα επικίνδυνα
κι ούτε ένα μυτερό καρφί και σκουριασμένο.
μια έρημη σοφίτα μακρινή
μια λέξη ανείπωτη είναι η ψυχή μου
ένα μοναχικό παράθυρο
που κάποτε φωτίζεται μέσα στη θλίψη τ' ουρανού
απαρηγόρητος
πως και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει.
ίσως να είναι σαν το χνώτο μου
από παλιά στο τζάμι
σαν τα ρυάκια της βροχής
στο χώμα της Πλατείας Δικαστηρίων.
ίσως να είναι σαν τον γόο του βαρδάρη
στα καλντερίμια της γενέθλιας πόλης
ή σαν τα γράμματα που αναβοσβήνουν
μακριά στις φωτεινές επιγραφές.
και σαν το άγνωστο εκείνο
που κάποτε με έσπειρε και χάθηκε.
πως και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει.
σε ξένο τόπο και σε ξένους δρόμους
μόνο
αυτή η λέξη μου ταιριάζει.
ίσως να είναι σαν το χνώτο μου
από παλιά στο τζάμι
σαν τα ρυάκια της βροχής
στο χώμα της Πλατείας Δικαστηρίων.
ίσως να είναι σαν τον γόο του βαρδάρη
στα καλντερίμια της γενέθλιας πόλης
ή σαν τα γράμματα που αναβοσβήνουν
μακριά στις φωτεινές επιγραφές.
και σαν το άγνωστο εκείνο
που κάποτε με έσπειρε και χάθηκε.
πως και γιατί δεν ξέρω
αυτή η λέξη μου ταιριάζει.
σε ξένο τόπο και σε ξένους δρόμους
μόνο
μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη
εκεί που πήγαινα
βαρύς και μόνος με τα χρόνια μου στην Εγνατία
ανάμεσα σε χωρικούς και μαγαζάτορες
βγήκε και πάλι ξαφνικά
μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη
κι έγειρε να σκουπίσει με τα μάτια της
τη μελανιά απ' το παλιό μου μπικ στο μέτωπο.
ένα δειλό πορτοκαλί αχνοχάραζε στα χείλη της
κι ένα βαθύ γαλάζιο ξέφτι τ' ουρανού
είχε σκαλώσει στα μαλλιά της.
σφιχτά κρατώντας τα βιβλία στο λευκό πουκάμισο
η ίδια εκείνη Έφη απ' τα δεκαοχτώ
το ίδιο σκονισμένο απομεσήμερο
τα ίδια εκείνα μάτια
μέσα στη θλίψη που χαμογελούσαν
βαρύς και μόνος με τα χρόνια μου στην Εγνατία
ανάμεσα σε χωρικούς και μαγαζάτορες
βγήκε και πάλι ξαφνικά
μέσα στα χρώματα μπροστά μου η Έφη
κι έγειρε να σκουπίσει με τα μάτια της
τη μελανιά απ' το παλιό μου μπικ στο μέτωπο.
ένα δειλό πορτοκαλί αχνοχάραζε στα χείλη της
κι ένα βαθύ γαλάζιο ξέφτι τ' ουρανού
είχε σκαλώσει στα μαλλιά της.
σφιχτά κρατώντας τα βιβλία στο λευκό πουκάμισο
η ίδια εκείνη Έφη απ' τα δεκαοχτώ
το ίδιο σκονισμένο απομεσήμερο
τα ίδια εκείνα μάτια
μέσα στη θλίψη που χαμογελούσαν
στις κορυφογραμμές του τίποτα

σε χαραμάδες μυστικές
δειλά ανατέλλει το χαμόγελο
πρώτα τα χείλη κυριεύει
σκορπίζει ύστερα και διαχέεται
αναζητώντας τις πηγές
αστράφτει στην επιδερμίδα
εγκαθιστά προφυλακές στα υψώματα
πυκνώνει τις λεπτές ρυτίδες
βυθίζεται και λούζεται
μέσα στις κόρες των ματιών
έτσι γυμνό και ακέραιο
αρχίζει ένα λυτρωτικό χορό
κι ανάβει όλα τα φώτα
στις κορυφογραμμές του τίποτα
δειλά ανατέλλει το χαμόγελο
πρώτα τα χείλη κυριεύει
σκορπίζει ύστερα και διαχέεται
αναζητώντας τις πηγές
αστράφτει στην επιδερμίδα
εγκαθιστά προφυλακές στα υψώματα
πυκνώνει τις λεπτές ρυτίδες
βυθίζεται και λούζεται
μέσα στις κόρες των ματιών
έτσι γυμνό και ακέραιο
αρχίζει ένα λυτρωτικό χορό
κι ανάβει όλα τα φώτα
στις κορυφογραμμές του τίποτα
το προαιώνιο ρίγος
προφέρεται στη μοναξιά και τη σιγή
στις παρυφές του ονείρου
την ώρα που οι νεκροί υφαίνουν έξω το σκοτάδι
και εισρέει από τις χαραμάδες
σαν κόκκινο κρασί η ανάσα τους
με δέος προφέρεται η ποίηση
καθώς προφέρει ανθίζοντας
ένα ξερό κλαδί το προαιώνιο ρίγος του
στις παρυφές του ονείρου
την ώρα που οι νεκροί υφαίνουν έξω το σκοτάδι
και εισρέει από τις χαραμάδες
σαν κόκκινο κρασί η ανάσα τους
με δέος προφέρεται η ποίηση
καθώς προφέρει ανθίζοντας
ένα ξερό κλαδί το προαιώνιο ρίγος του
ποίηση, 2
όταν λυγίζει από καρπούς
ένα μοναχικό κλαδί στον άνεμο
όταν στην προαιώνια θάλασσα
αστράφτει ένα κόκκος άμμου
όταν του ναυαγού η ψυχή
ανεμίζει στον άδειο ορίζοντα
όταν η βεβαιότητα του τίποτα
προστίθεται στον πόνο
κι όμως η κάθε λέξη σχηματίζεται με αγάπη
όταν τα πάντα παραμένουν ανεξήγητα
κι όμως ανοίγει ένας φεγγίτης
στις μυστικές προσβάσεις τ' ουρανού
όταν αυτόν τον δρόμο μόνο ξέρεις
τον δρόμο μέσα στην ομίχλη
ένα μοναχικό κλαδί στον άνεμο
όταν στην προαιώνια θάλασσα
αστράφτει ένα κόκκος άμμου
όταν του ναυαγού η ψυχή
ανεμίζει στον άδειο ορίζοντα
όταν η βεβαιότητα του τίποτα
προστίθεται στον πόνο
κι όμως η κάθε λέξη σχηματίζεται με αγάπη
όταν τα πάντα παραμένουν ανεξήγητα
κι όμως ανοίγει ένας φεγγίτης
στις μυστικές προσβάσεις τ' ουρανού
όταν αυτόν τον δρόμο μόνο ξέρεις
τον δρόμο μέσα στην ομίχλη
ένας ξένος από παλιά στο σπίτι μας
το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας
κυκλοφορεί στο υπόγειο
και λούζεται με φως στο υπερώο
διαβάζει ένα ένα τα χειρόγραφά μας
αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές
που ταξιδεύουν μέσα μας
και πίνει για να μεγαλώσει
γιαυτό και είναι πάντα μεθυσμένο
το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει
είναι ένας ξένος που κατοικεί από παλιά στο σπίτι μας
κυκλοφορεί στο υπόγειο
και λούζεται με φως στο υπερώο
διαβάζει ένα ένα τα χειρόγραφά μας
αποκρυπτογραφεί τις μυστικές φωνές
που ταξιδεύουν μέσα μας
και πίνει για να μεγαλώσει
γιαυτό και είναι πάντα μεθυσμένο
το ποίημα επιλέγει τον δικό του χρόνο για να γεννηθεί
όπως πριν από μας επέλεξε αυτό το σπίτι για να κατοικήσει
δεν είναι αυτό το σπίτι ακατοίκητο
σαν πεινασμένο αγρίμι
η μνήμη στο μπαλκόνι περιφέρεται
θαμπώνοντας τα τζάμια με το χνώτο της
φλόγες αστράφτουν στα γαλάζια μάτια της
τα χείλη αγγίζουν λέξεις νοτισμένες στην αλμύρα
στο βάθος κάπου ακούγονται φωνές
ένα φόρεμα ανοιξιάτικο θροϊζει
η πόρτα μισανοίγει σαν χαμόγελο
δεν είναι αυτό το σπίτι ακατοίκητο
δεν χάθηκα σ' αυτή την πόλη μόνος
η μνήμη στο μπαλκόνι περιφέρεται
θαμπώνοντας τα τζάμια με το χνώτο της
φλόγες αστράφτουν στα γαλάζια μάτια της
τα χείλη αγγίζουν λέξεις νοτισμένες στην αλμύρα
στο βάθος κάπου ακούγονται φωνές
ένα φόρεμα ανοιξιάτικο θροϊζει
η πόρτα μισανοίγει σαν χαμόγελο
δεν είναι αυτό το σπίτι ακατοίκητο
δεν χάθηκα σ' αυτή την πόλη μόνος
αρχαία πυξίδα
μια αιωνιότητα μετά
είμαστε πάντοτε θρυμματισμένα αστέρια
στην άλλη άκρη τ' ουρανού
κι είναι το κάθε κύτταρό μας αρχαία πυξίδα
που μέσα απ' τη μεγάλη σκοτεινιά
αλάνθαστα μας κατευθύνει στην πατρίδα
απορημένη η ψυχή μας αναπέμπεται στο χάος
έκθαμβη παραδίδεται στο άπειρο
εκεί όπου αναδύονται και τελικά ερμηνεύονται
οι μυστικές γραφές της ουτοπίας
είμαστε πάντοτε θρυμματισμένα αστέρια
στην άλλη άκρη τ' ουρανού
κι είναι το κάθε κύτταρό μας αρχαία πυξίδα
που μέσα απ' τη μεγάλη σκοτεινιά
αλάνθαστα μας κατευθύνει στην πατρίδα
απορημένη η ψυχή μας αναπέμπεται στο χάος
έκθαμβη παραδίδεται στο άπειρο
εκεί όπου αναδύονται και τελικά ερμηνεύονται
οι μυστικές γραφές της ουτοπίας
έζησα
έζησα
μια κόκκινη αχνή γραμμή
μια λάμψη ίσως ή φωνή
μια ανάσα στο νερό
έζησα
σε δρόμους καθημερινούς
στον άνεμο και στη φωτιά
στον ουρανό
έζησα
για το δικό σου άγγιγμα
κι ένα χαμόγελο παιδιού
στον κόσμο αυτό του φόνου
έζησα
και είμαι ακόμη εδώ
μια κόκκινη αχνή γραμμή
μια λάμψη ίσως ή φωνή
μια ανάσα στο νερό
μια κόκκινη αχνή γραμμή
μια λάμψη ίσως ή φωνή
μια ανάσα στο νερό
έζησα
σε δρόμους καθημερινούς
στον άνεμο και στη φωτιά
στον ουρανό
έζησα
για το δικό σου άγγιγμα
κι ένα χαμόγελο παιδιού
στον κόσμο αυτό του φόνου
έζησα
και είμαι ακόμη εδώ
μια κόκκινη αχνή γραμμή
μια λάμψη ίσως ή φωνή
μια ανάσα στο νερό
ο προορισμός του ονείρου

θα ξαναγεννηθούμε σε μιαν άλλη χώρα
θ' ανακαλύψουμε και πάλι τις πρώτες λέξεις
και θα προφέρουμε περήφανα
κάθε ελάχιστο αυτονόητο
στη γνώση μάταια θ' αναζητήσουμε τον κόσμο
θα περιπλανηθούμε στους μεγάλους δρόμους
με τις σειρήνες μέσα στην ομίχλη
και κάποτε έκθαμβοι θα συναντήσουμε
την πρώτη μας αγάπη
στα μάτια μας θ' αστράφτει
η ίδια προαιώνια λάμψη
τίποτα δεν θα θυμηθούμε
και τίποτε δεν θάχουμε ξεχάσει
το χάραμα δεν έχει μνήμη
το χάραμα δεν έχει τραύματα και ουλές
δεν έχει μνήμη
δεν έλαμψε ποτέ πάνω από δάκρυα και χαμό
δεν φώτισε εκτελέσεις
γιαυτό σαν από θαύμα αστράφτει
και πάλι στην αιώνια εφηβεία του
λέει, καλημέρα σας παιδιά
αγγίζει εδώ κι εκεί τα δέντρα
πιάνει κουβέντα με το αδέσποτο σκυλί
το χάραμα δεν έχει μνήμη
έχει μονάχα ένα βαθύ γαλάζιο φως
και το απλώνει χωρίς δισταγμό πάνω στον κόσμο
δεν έχει μνήμη
δεν έλαμψε ποτέ πάνω από δάκρυα και χαμό
δεν φώτισε εκτελέσεις
γιαυτό σαν από θαύμα αστράφτει
και πάλι στην αιώνια εφηβεία του
λέει, καλημέρα σας παιδιά
αγγίζει εδώ κι εκεί τα δέντρα
πιάνει κουβέντα με το αδέσποτο σκυλί
το χάραμα δεν έχει μνήμη
έχει μονάχα ένα βαθύ γαλάζιο φως
και το απλώνει χωρίς δισταγμό πάνω στον κόσμο
προδομένες λέξεις
στις ίδιες λέξεις επανέρχομαι μονότονα
αυτές που έκαναν κουρέλι οι αιώνες
οι ίδιες λέξεις από μέσα μου αναβλύζουν
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο, επανάσταση
αγάπη, όνειρο και θαύματα του κόσμου
χώμα στον ουρανό και μυστικά, ελευθερία
και πάνω απ' όλα η πατρίδα που είναι φως
και πάνω απ' όλα η ψυχή μου που είναι φώς
στις ίδιες λέξεις επανέρχομαι μονότονα
στο αίμα μου και στο άγνωστο που είμαι
αυτές που έκαναν κουρέλι οι αιώνες
οι ίδιες λέξεις από μέσα μου αναβλύζουν
κόκκινο και βαθύ γαλάζιο, επανάσταση
αγάπη, όνειρο και θαύματα του κόσμου
χώμα στον ουρανό και μυστικά, ελευθερία
και πάνω απ' όλα η πατρίδα που είναι φως
και πάνω απ' όλα η ψυχή μου που είναι φώς
στις ίδιες λέξεις επανέρχομαι μονότονα
στο αίμα μου και στο άγνωστο που είμαι
δικαιοσύνη
για πρώτη κι έσχατη φορά
θα απονεμηθεί δικαιοσύνη
στον ουρανό θα σβήσουν τα μεγάλα φώτα
στα μάτια μας θα σβήσει η λάμψη
στα στήθη ο πόνος
τα γράμματα θα εξατμιστούν
και οι σελίδες θα επανακτήσουν τη λευκότητά τους
στην αρχική αθωότητα
το άγιο σκοτάδι θα μας εξισώσει
όλα θα ξαναγίνουν χώμα
όλα θα παραμείνουν ανεξιχνίαστα
και θ' απλωθεί μπροστά μας το μεγάλο τίποτα
και η απόλυτη ελευθερία
θα απονεμηθεί δικαιοσύνη
στον ουρανό θα σβήσουν τα μεγάλα φώτα
στα μάτια μας θα σβήσει η λάμψη
στα στήθη ο πόνος
τα γράμματα θα εξατμιστούν
και οι σελίδες θα επανακτήσουν τη λευκότητά τους
στην αρχική αθωότητα
το άγιο σκοτάδι θα μας εξισώσει
όλα θα ξαναγίνουν χώμα
όλα θα παραμείνουν ανεξιχνίαστα
και θ' απλωθεί μπροστά μας το μεγάλο τίποτα
και η απόλυτη ελευθερία
όταν ανθίζει κρύβεται
στους πίνακες απλώνονται χρώματα μυστικά
τα πιο ωραία ποιήματα γράφονται χωρίς λέξεις
όταν ανθίζει κρύβεται
και με τους ήχους χάνεται
το κάτι αυτής της άλλης μουσικής
και εμφανίζονται σκιές
θρυμματισμένα σύμβολα
ίχνη που οδηγούν σε νέα αινίγματα
και η σιγή
η απόλυτη πυκνότητα
το ανέκφραστο λυτρωτικό σαν μοίρα
σαν πατρίδα
τα πιο ωραία ποιήματα γράφονται χωρίς λέξεις
όταν ανθίζει κρύβεται
και με τους ήχους χάνεται
το κάτι αυτής της άλλης μουσικής
και εμφανίζονται σκιές
θρυμματισμένα σύμβολα
ίχνη που οδηγούν σε νέα αινίγματα
και η σιγή
η απόλυτη πυκνότητα
το ανέκφραστο λυτρωτικό σαν μοίρα
σαν πατρίδα
αιώνια μουσική ανεξιχνίαστη
ήχοι
θραύσματα ήχων
μέσα στους ήχους ανεξιχνίαστα
γράμματα
θραύσματα λέξεων
μέσα στις λέξεις ανεξιχνίαστα
πρόσωπα
ίχνη προσώπων
πάνω στο πρόσωπο ανεξιχνίαστα
ήχοι στους ήχους
λέξεις στις λέξεις
πρόσωπα στον καθρέφτη
ποτάμι στο ποτάμι
αιώνια μουσική
από το τίποτα στο τίποτα
ανεξιχνίαστη
θραύσματα ήχων
μέσα στους ήχους ανεξιχνίαστα
γράμματα
θραύσματα λέξεων
μέσα στις λέξεις ανεξιχνίαστα
πρόσωπα
ίχνη προσώπων
πάνω στο πρόσωπο ανεξιχνίαστα
ήχοι στους ήχους
λέξεις στις λέξεις
πρόσωπα στον καθρέφτη
ποτάμι στο ποτάμι
αιώνια μουσική
από το τίποτα στο τίποτα
ανεξιχνίαστη
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)



















